The misfits - 7
![]() |
Faulty Landscape [Marcel Duchamp] |
15. Ο Κόμης και τα δεκατρία δωμάτια
Ο διάδρομος οδηγούσε σε δεκατρείς πόρτες. Δώδεκα ήταν κλειστές. Η δέκατη τρίτη ήταν μισάνοιχτη, και από μέσα ερχόταν το τραγούδι του γραμμοφώνου που είχαμε ακούσει στο θερμοκήπιο.
Στους τοίχους κρέμονταν φωτογραφίες των τεχνικών. Δεκατρείς άντρες και γυναίκες με τις κονκάρδες τους. Τα πρόσωπά τους ήταν σκονισμένα, αλλά τα μάτια τους είχαν εκείνη την καθαρή ένταση που έχουν οι άνθρωποι πριν καταλάβουν ότι βρίσκονται μέσα σε ιστορία που θα τους ξεπεράσει.
Η Σούζι προχώρησε πρώτη προς τη μισάνοιχτη πόρτα.
«Περίμενε», είπα.
Στάθηκε. Άκουσε.
Από μέσα ακούστηκε ένα μικρό, γρήγορο χτύπημα. Δυο φορές. Παύση. Μία φορά.
Η Σούζι χαμογέλασε, κι ας μην είχε κανέναν λόγο να χαμογελάσει.
«Είναι ο Κόμη», είπε.
«Πώς το ξέρεις;» ρώτησε ο Μαρκ.
«Γιατί αυτό είναι το σήμα του.»
Η πόρτα άνοιγε σε ένα μικρό δωμάτιο γεμάτο γυάλινες σωληνώσεις. Μέσα σε μία από αυτές, κάτω από ένα αμυδρό μπλε φως, βρισκόταν ο Κόμης. Ζωντανός. Πηδούσε πάνω-κάτω και χτυπούσε το τοίχωμα με τα πίσω πόδια του.
Η Σούζι γονάτισε. «Ήρθα», του ψιθύρισε.
Δίπλα στον σωλήνα υπήρχε ένα μεταλλικό κουτί με μοχλό. Ο Τέιτ άρχισε να το εξετάζει. Ο Μαρκ, από την άλλη, κοίταζε τον πίσω τοίχο.
«Υπάρχει κι άλλο δωμάτιο», είπε.
Το πίσω μέρος της αίθουσας δεν ήταν τοίχος αλλά καθρέφτης. Στην αντανάκλασή του δεν βλέπαμε εμάς. Βλέπαμε ένα αγόρι περίπου στην ηλικία μας, καθισμένο στο πάτωμα ενός άλλου δωματίου. Φορούσε κοντά παντελόνια και τιράντες, σαν να είχε βγει από φωτογραφία. Είχε τα γόνατα αγκαλιά και κοίταζε προς τη Σούζι.
«Δεν θέλω να μείνω μόνος», είπε.
Η φωνή του δεν ήταν από τον καθρέφτη. Ήταν μέσα στο κεφάλι μου.
Ο Τσάρλι έσφιξε τη γροθιά του. «Δεν είναι αληθινός.»
Το αγόρι σήκωσε το βλέμμα πάνω του. «Εσύ με καταλαβαίνεις. Κι εσένα σε άφησαν μόνο όταν χρειαζόσουν βοήθεια.»
Ο Τσάρλι έκανε ένα βήμα προς τον καθρέφτη.
Η Σούζι τον σταμάτησε. «Όχι. Θέλει να πούμε ότι είναι αληθινός.»
Το αγόρι χαμογέλασε. Το χαμόγελό του ήταν πολύ αργό.
«Δεν θέλω να είμαι αληθινός», είπε. «Θέλω να είμαι πολλοί.»
Τότε τα φώτα στους σωλήνες άναψαν όλα μαζί. Ο διάδρομος γέμισε φωνές. Η δική μας φωνή, των γονιών μας, των παιδιών στο σχολείο, ανθρώπων που είχαν πεθάνει, ανθρώπων που δεν ξέραμε. Το Αντηχείο δεν μιλούσε πια σαν αγόρι. Μιλούσε σαν το Λούιβιλ ολόκληρο.
Και κάπου μέσα στον θόρυβο ακούστηκε ο κύριος Πάρκερ να φωνάζει το όνομα της Έλεν.
Ο Τέιτ κοίταξε το κουτί με τον μοχλό.
«Το κρατάει μέσα», είπε.
«Τον Κόμη;»
«Όχι. Τον παλμό. Αν το κλείσω, ίσως ανοίξει ο σωλήνας. Ίσως κλείσουν και όλα τα άλλα.»
«Ίσως;» είπε ο Μαρκ.
«Είσαι ευπρόσδεκτος να προτείνεις κάτι καλύτερο.»
Ο Μαρκ δεν πρότεινε.
Ο Τέιτ έπιασε τον μοχλό.
Και το αγόρι στον καθρέφτη άρχισε να κλαίει.
«Μη», είπε. «Αν το κάνεις, θα χάσω τη μαμά μου.»
Εκεί ήταν η παγίδα. Δεν ήταν τα καλώδια, οι πόρτες ή οι νεκρές φωνές. Ήταν ότι το πράγμα ήξερε ακριβώς ποια λόγια θα μας έκαναν να διστάσουμε.
Η Σούζι κοίταξε τον Κόμη. Έπειτα κοίταξε το αγόρι.
«Κι εγώ θα χάσω κάποιον», είπε. «Αλλά δεν θα σε αφήσω να τους κρατάς όλους.»
Και, πριν προλάβει κανείς μας να την σταματήσει, τράβηξε τον μοχλό.
Μέρος Ε — Το μεγαλοπρεπές φιάσκο
16. Όταν άναψαν όλα τα φώτα
Ο μοχλός κατέβηκε με έναν ήχο μικρότερο απ’ όσο άξιζε η στιγμή. Ένα ξερό κλικ. Τίποτα θεαματικό. Καμία έκρηξη, κανένας κεραυνός, καμία κραυγή από τα βάθη της γης.
Ύστερα έσβησαν τα φώτα.
Όλα.
Το μπλε στους σωλήνες, η λάμπα του διαδρόμου, το φως πίσω από τον καθρέφτη. Για δυο αναπνοές βρεθήκαμε σε σκοτάδι τόσο πλήρες που δεν ήξερα αν είχα κλειστά ή ανοιχτά μάτια. Άκουσα τη Σούζι να ψιθυρίζει το όνομα του Κόμη. Άκουσα τον Τέιτ να λέει “ωχ”. Άκουσα τον Μαρκ να κάνει εκείνον τον ήχο που έκανε όταν κάτι ακριβό έσπαζε και ήξερε πως δεν θα μπορούσε να το διορθώσει.
Μετά άναψαν όλα ξανά.
Όχι μόνο τα φώτα του Αντηχείου.
Μέσα από τους σωλήνες, από τους τοίχους, από κάθε ρωγμή στο πάτωμα, ξεχύθηκε το φως της πόλης. Είδα για μια στιγμή την πλατεία της Γιορτής, τα σημαιάκια, την εξέδρα, το πρόσωπο του δημάρχου μπροστά στο μικρόφωνο. Είδα την οδό Μπράουν, το εργοστάσιο, τη βιβλιοθήκη, το σπίτι μου. Όλα σαν αντανακλάσεις πάνω σε χίλιες γυάλινες επιφάνειες.
Και άκουσα το Λούιβιλ να μιλάει.
Από τα ηχεία της γιορτής, από τα ραδιόφωνα των αυτοκινήτων, από τα τηλεφωνικά ακουστικά στο δημαρχείο, ακούστηκαν φωνές που δεν προορίζονταν ποτέ να ακουστούν δημόσια. Ένας εργοδηγός να παραδέχεται πως έκρυψε τα στοιχεία για ένα ατύχημα στο εργοστάσιο. Η κυρία Χόλμαν να λέει στην αδερφή της πως μισεί το παντοπωλείο. Ο πατέρας του Μαρκ να υπόσχεται στη γυναίκα του ότι θα σταματήσει να πίνει. Ο δάσκαλος της ιστορίας να τραγουδάει απαίσια στο μπάνιο.
Και, πάνω από όλες, η φωνή του δημάρχου, καθαρή και τρεμάμενη:
«Αν βγει η ιστορία του Μπέλαμι, θα καεί όλη η πόλη.»
Αυτό ήταν το μεγαλοπρεπές φιάσκο. Όχι η πόρτα. Όχι το αρχοντικό. Ήταν ότι μέσα σε τρία λεπτά, το Λούιβιλ έμαθε πως η πόλη του δεν είχε ποτέ στ’ αλήθεια σιωπήσει.
Ο καθρέφτης μπροστά μας γέμισε με πρόσωπα. Όχι ένα αγόρι πια. Εκατοντάδες. Άνθρωποι που είχαμε δει στις φωτογραφίες, άνθρωποι που δεν είχαμε δει ποτέ, πρόσωπα που άλλαζαν πριν προλάβεις να τα θυμηθείς.
«Μη με κλείσετε», είπε η οντότητα με όλες τις φωνές μαζί. «Είμαι ό,τι αφήσατε πίσω.»
Ο σωλήνας του Κόμη άνοιξε με ένα σφύριγμα. Ο ψύλλος πετάχτηκε έξω και προσγειώθηκε στο χέρι της Σούζι. Εκείνη γέλασε και έκλαψε ταυτόχρονα, πράγμα που δεν πίστευα ότι μπορεί να κάνει άνθρωπος χωρίς να διαλυθεί.
Τότε ο διάδρομος άρχισε να τρέμει.
«Τρέχουμε», είπε ο Τσάρλι.
Αυτή τη φορά δεν διαφωνήσαμε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου