The misfits - 6

 

 

Jen Drysdale


 

 

  12. Η πρόβα του φιάσκου

Γυρίσαμε στο υπόστεγο λίγο πριν νυχτώσει. Δεν μιλήσαμε στους γονείς μας. Δεν ξέρω αν αυτό μας έκανε γενναίους ή απλώς ηλίθιους. Πιθανότατα και τα δύο, σε ίσες ποσότητες.

Ο Τέιτ είχε απλώσει το σχέδιο της κυρίας Έιβερι πάνω στο πάτωμα. Ο Μαρκ έφτιαχνε κάτι με την πετονιά της Σούζι και ένα παλιό καρούλι από κασέτα. Ο Τσάρλι καθόταν δίπλα στην πόρτα, πιο ήσυχος από πριν. Η Σούζι είχε ανοίξει το κουτί του τσίρκου και μιλούσε χαμηλά στους υπόλοιπους ψύλλους.

«Δεν θα ξαναστείλουμε κανέναν μόνο του», είπε.

Δεν ήταν πρόταση. Ήταν κανόνας.

Ο κύριος Πάρκερ έφτασε λίγο αργότερα με ένα παλιό φορητό κασετόφωνο και τρεις κασέτες. Η μία ήταν της Έλεν. Η δεύτερη είχε πάνω της γραμμένο *Σχέδια*. Η τρίτη δεν είχε τίποτα.

«ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΙΑ», είπε. «Ή ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΑ.»

Βάλαμε την κασέτα της Έλεν. Στην αρχή ακούστηκε μόνο θόρυβος. Μετά μια γυναικεία ανάσα. Έπειτα η φωνή της, γρήγορη και κουρασμένη:

«Αν το ακούς, Ρόι, σημαίνει ότι δεν πρόλαβα. Μην αφήσεις κανέναν να φέρει πίσω το δέκατο τρίτο πλακίδιο. Δεν είναι κλειδί για την πόρτα. Είναι το κλειδί για τον άνθρωπο που περιμένει από πίσω της.»

Η κασέτα γέμισε παράσιτα. Όλοι κοιτάξαμε τη Σούζι.

Η φωνή συνέχισε, πιο αδύναμη.

«Ο Χάρολντ λέει ότι το Αντηχείο κράτησε τη φωνή του γιου του. Ο γιος του πέθανε πριν δεκαετίες. Μα εγώ τον άκουσα. Δεν ήταν παιδί. Ήταν κάτι που έμαθε να μιλάει σαν παιδί. Μην το αφήσετε να μάθει περισσότερα ονόματα.»

Το κασετόφωνο έκανε κλικ και σταμάτησε.

Ο Μαρκ έβρισε τόσο σιγά που σχεδόν ακούστηκε σαν προσευχή.

«Άρα δεν είναι κάποιος εκεί κάτω», είπε ο Τσάρλι.

«Ίσως ήταν», απάντησε ο κύριος Πάρκερ. «ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΓΙΝΕ ΚΑΤΙ ΑΛΛΟ.»

Τότε το καπάκι στο πάτωμα του υπόστεγου άρχισε να χτυπάει από κάτω.

Μία φορά.

Δύο φορές.

Τρεις.

Η Σούζι άρπαξε το πλακίδιο από τον λαιμό της. Το μέταλλο ήταν ζεστό. Το είδα από το πώς το πέταξε σχεδόν στην παλάμη της.

Από την υποδοχή του καπακιού έβγαινε αχνό μπλε φως.

Και μια παιδική φωνή, αυτή τη φορά όχι από ραδιόφωνο αλλά από τον ίδιο τον αέρα του υπόστεγου, είπε:

«Ντέρεκ. Μου υποσχέθηκες ότι θα έρθεις πρώτος.»

Δεν θυμάμαι να έχω δώσει τέτοια υπόσχεση.

Αλλά για πρώτη φορά από τότε που άρχισαν όλα, δεν αναρωτήθηκα αν έπρεπε να κατέβουμε.

Αναρωτήθηκα μόνο τι άλλο είχε ακούσει το πράγμα κάτω από το Λούιβιλ, όσο εμείς μεγαλώναμε χωρίς να το ξέρουμε.

 

  Μέρος Δ — Η νύχτα της Γιορτής

   13. Δεν ήταν σχέδιο, ήταν υπόσχεση

Την επόμενη μέρα η πόλη άρχισε να στολίζεται για τη Γιορτή του Ιδρυτή. Οι βιτρίνες κρέμασαν σημαιάκια, το δημαρχείο έβγαλε τα πλαστικά του λουλούδια και έξω από το παντοπωλείο του κυρίου Χόλμαν στήθηκε μια εξέδρα για τη μπάντα του σχολείου. Κάθε χρόνο η γιορτή υποτίθεται πως μας θύμιζε από πού ξεκίνησε το Λούιβιλ. Στην πραγματικότητα μας θύμιζε ότι ο δήμαρχος λάτρευε να μιλάει και πως τα λουκάνικα γίνονταν φθηνότερα μετά τις έξι.

Για εμάς, όμως, η γιορτή σήμαινε κάτι άλλο. Οι οικογένειες του λόφου θα κατέβαιναν όλες στην πλατεία. Η ιδιωτική τους ασφάλεια, οι κηπουροί και οι άνθρωποι που κοίταζαν από τα παράθυρα θα ήταν απασχολημένοι με χαμόγελα και χειραψίες. Το αρχοντικό Μπέλαμι θα έμενε μόνο του.

Αυτό ήταν το πιο απλό κομμάτι του σχεδίου. Κι όπως έμαθα εκείνη τη χρονιά, κάθε σχέδιο που αρχίζει με τη φράση “αυτό είναι το απλό κομμάτι” έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει.

Η κυρία Έιβερι δεν ήθελε να μας δώσει τα δώδεκα πλακίδια. Τα κρατούσε στο αρχείο της βιβλιοθήκης επί δεκαετίες, κρυμμένα σε ένα κουτί που κανείς δεν θα έψαχνε. Μα ο κύριος Πάρκερ της είπε κάτι που δεν άκουσα. Μίλησαν μόνοι, πίσω από τα ράφια. Εκείνη βγήκε ύστερα από λίγα λεπτά με κόκκινα μάτια και το κουτί στα χέρια.

«Δεν θα τα αγγίξετε αν δεν είναι απολύτως αναγκαίο», μας είπε.

«Είναι απολύτως αναγκαίο», είπε ο Μαρκ.

«Εσύ ειδικά δεν θα τα αγγίξεις.»

Ο Μαρκ έμοιασε να προσβάλλεται, κάτι που ήταν σχεδόν αστείο, επειδή η κυρία Έιβερι είχε δίκιο.

Ο Τέιτ είχε περάσει όλο το προηγούμενο βράδυ ακούγοντας την τρίτη, άδεια κασέτα. Δεν ήταν άδεια. Όταν την έπαιζες κανονικά, είχε μόνο παράσιτα. Όταν την έπαιζες ανάποδα, μέσα από ένα εξάρτημα που είχε φτιάξει με κομμάτια της υπερκονσόλας, ακουγόταν ένας παλμός. Τρία χτυπήματα, δύο, τρία. Και πίσω από αυτόν, μια ακολουθία από δεκατρείς πολύ χαμηλές νότες.

«Δεν είναι μουσική», είπε. «Είναι εντολή. Σαν νανούρισμα για μηχανή.»

Η Έλεν, όπως φαινόταν, δεν είχε αφήσει μόνο προειδοποίηση. Είχε αφήσει τρόπο να βάλουν το Αντηχείο ξανά για ύπνο.

«Θα χρειαστούμε τον κεντρικό θάλαμο», είπε ο κύριος Πάρκερ. «Και τα πλακίδια στις θέσεις τους. Όλα εκτός από το δεκατρία.»

«Γιατί όχι το δεκατρία;» ρώτησα.

«ΓΙΑΤΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ ΠΛΗΡΩΣ.»

«Και πώς θα κλείσουμε κάτι που είναι μισάνοιχτο;»

Ο γέρος έδειξε την κασέτα. «ΘΑ ΤΟΥ ΘΥΜΙΣΟΥΜΕ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ.»

Η Σούζι δεν μιλούσε. Καθόταν στο πάτωμα του υπόστεγου με τους ψύλλους της και τους έφτιαχνε μικροσκοπικά σαμαράκια από κλωστή. Ο Κόμη έλειπε, και το κενό του στο κουτί ήταν μεγαλύτερο από όσο θα έπρεπε να είναι ένα κενό για κάτι τόσο μικρό.

«Δεν χρειάζεται να έρθεις», της είπα.

Σήκωσε το κεφάλι. «Αυτό είναι το χειρότερο πράγμα που μπορείς να μου πεις.»

«Εννοώ, δεν θέλω να σε βάλω—»

«Εσύ με έβαλες ήδη, Ντέρεκ. Όλους μας. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι πως αποφασίσαμε να πάμε μαζί.»

Ήθελα να της πω ότι δεν ήταν δίκαιο, ότι εγώ είχα ξεκινήσει το σχέδιο και πως εγώ έπρεπε να πληρώσω για αυτό. Μα η Σούζι δεν ζητούσε άδεια. Ζητούσε να τη βλέπουμε σαν ισότιμη. Ίσως αυτό ήταν κάτι που κανένας μας δεν είχε κάνει αρκετά.

Ο Τσάρλι σηκώθηκε από τη γωνία.

«Θα πάμε όλοι», είπε. «Αλλιώς δεν πάει κανείς.»

Ο Μαρκ γέλασε χαμηλά. «Είπε ο αρχηγός των μπράτσων.»

«Δεν είμαι αρχηγός.»

«Τότε ποιος είναι;»

Για μια στιγμή όλοι κοίταξαν εμένα. Περίμεναν ίσως να κάνω ένα αστείο, να πω κάτι έξυπνο και να ξαναπάρω τον ρόλο που φορούσα τόσα χρόνια σαν καπέλο. Αντί γι’ αυτό κοίταξα το καπάκι στο πάτωμα.

«Κανείς», είπα. «Αν γίνει αυτό, γίνεται επειδή το διαλέγουμε όλοι.»

Δεν ακούγεται σπουδαίο όταν το γράφεις. Μα για εμένα ήταν.
 

 

   14. Το μονοπάτι των ψιθύρων

Κατεβήκαμε από τον κόμβο του υπόστεγου στις οκτώ και σαράντα το βράδυ της Γιορτής. Στην πλατεία, τρία τετράγωνα μακριά, η μπάντα έπαιζε μια παράφωνη εκδοχή του εθνικού ύμνου. Κάθε φορά που ένα τύμπανο χτυπούσε πολύ δυνατά, η σιδερένια καταπακτή έτρεμε κάτω από τα χέρια μας.

Η κυρία Έιβερι είχε αρνηθεί να έρθει. Μας έδωσε τον χάρτη, τα πλακίδια και μια μικρή λάμπα θυέλλης. «Όταν ήμουν στην ηλικία σας», είπε, «νόμιζα ότι το θάρρος ήταν να μπαίνεις σε κάθε σκοτεινό δωμάτιο. Δεν είναι. Θάρρος είναι να ξέρεις πότε πρέπει να βγεις.»

Ο κύριος Πάρκερ υποσχέθηκε να περιμένει στον κόμβο. Δεν μπορούσε να περάσει τις χαμηλές σήραγγες. Ή, τουλάχιστον, αυτό είπε. Νομίζω πως ήξερε ότι υπήρχαν πράγματα κάτω εκεί που δεν ήθελε να θυμηθεί.

Πρώτος κατέβηκε ο Μαρκ. Έδεσε το σκοινί σε μια σιδερένια δοκό και γλίστρησε στο άνοιγμα. Ακολούθησε ο Τσάρλι, ύστερα εγώ, η Σούζι και τελευταίος ο Τέιτ, κρατώντας το κασετόφωνο μέσα σε ένα κουτί τυλιγμένο με πετσέτες.

Η σήραγγα ήταν στενή και κυκλική. Οι τοίχοι της είχαν σωλήνες, άλλους χάλκινους, άλλους σκουριασμένους, κι ανάμεσά τους έτρεχαν καλώδια σαν ρίζες. Δεν υπήρχε νερό, μα το πάτωμα ήταν υγρό. Όταν πατούσες, άκουγες κάτω από τα παπούτσια σου ένα απαλό τρίξιμο, λες και περπατούσες πάνω σε παλιές κασέτες.

Κατά διαστήματα, από τους σωλήνες έβγαιναν φωνές. Όχι καθαρές. Μισές προτάσεις. Γέλια. Κλάματα. Ένας άντρας που έλεγε “θα γυρίσω νωρίς”. Μια γυναίκα που έλεγε “μην το πεις στον πατέρα σου”. Η φωνή του δασκάλου μας στην πέμπτη τάξη να εξηγεί κλάσματα. Κάποια στιγμή άκουσα εμένα, πολύ μικρότερο, να γελάω με τον αδερφό μου πριν φύγει για τον στρατό.

Σταμάτησα.

Ο αδερφός μου, ο Μπεν, δεν είχε πεθάνει. Αλλά είχε φύγει δύο χρόνια πριν και δεν τηλεφωνούσε συχνά. Το γέλιο του μέσα στον σωλήνα με έκανε να θέλω να γυρίσω πίσω, να ανοίξω το καπάκι και να τρέξω σπίτι πριν προλάβει να ξεθωριάσει.

Η Σούζι έπιασε τον καρπό μου.

«Δεν είναι εκεί», είπε.

«Το ξέρω.»

«Όχι. Το ξέρεις με το κεφάλι σου. Πες το και στα πόδια σου.»

Κουνήθηκα ξανά.

Ο Τέιτ οδηγούσε με τον χάρτη. Σε κάθε διασταύρωση, το ραδιόφωνο έβγαζε πιο δυνατό σφύριγμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η τεχνολογία του Μπέλαμι ήταν παλιά, αλλά δεν έμοιαζε παλιά. Ήταν πολύ ζωντανή για κάτι που είχε φτιαχτεί πριν γεννηθούν οι γονείς μας.

Φτάσαμε σε μια πόρτα από γυαλί και μέταλλο. Πίσω της άρχιζε ένας διάδρομος, καθαρός σαν να είχε σφουγγαριστεί εκείνο το πρωί. Πάνω από την πόρτα υπήρχε μια πινακίδα:

**ΤΜΗΜΑ ΣΗΜΑΤΟΔΟΣΙΑΣ — ΜΟΝΟ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ**

«Ποιος καθαρίζει;» ψιθύρισε ο Μαρκ.

Κανείς δεν απάντησε.

Η πόρτα άνοιξε μόνη της.

Σχόλια

Τα καλύτερα