The misfits - 3
3. Το βιβλίο με τα κλειδωμένα ονόματα
Την επόμενη μέρα πήγαμε στη δημοτική βιβλιοθήκη. Δεν ήταν δική μου ιδέα· κι αυτό είναι σημαντικό να ειπωθεί, επειδή ο Τέιτ δεν με αφήνει να το ξεχάσω ούτε σήμερα. Ήταν δική του. Η βιβλιοθήκη, κατά τον Τέιτ, ήταν το μόνο μέρος στο Λούιβιλ όπου μπορούσες να βρεις πληροφορίες χωρίς να χρειαστεί να τις κλέψεις, να τις ανταλλάξεις ή να σε κυνηγήσει σκύλος.
Η κυρία Έιβερι, η βιβλιοθηκάριος, μάς αντιπαθούσε με εκείνον τον γλυκό, αθόρυβο τρόπο που αντιπαθούν οι βιβλιοθηκάριοι τα παιδιά που μπαίνουν όλα μαζί. Δεν μας είχε πιάσει ποτέ να κάνουμε κάτι, αλλά η Σούζι είχε κάποτε βάλει τον Κόμη να πηδήξει από εγκυκλοπαίδεια σε εγκυκλοπαίδεια και η κυρία Έιβερι είχε ανακοινώσει πως «η φύση δεν ανήκει στην αίθουσα αναφοράς».
Ο Τέιτ ζήτησε τα παλιά φύλλα της τοπικής εφημερίδας. Εγώ ζήτησα βιβλία για την ιστορία του λόφου. Ο Μαρκ ζήτησε τον κατάλογο των σπιτιών που είχαν χτιστεί πριν το 1920, κάτι που έκανε την κυρία Έιβερι να μας κοιτάξει πάνω από τα γυαλιά της για περισσότερη ώρα απ’ όση ήταν ευγενικό. Ο Τσάρλι κάθισε δίπλα στην πόρτα. Η Σούζι, για να δείξει πως είχε μάθει το μάθημά της, άφησε το βαζάκι στο σπίτι.
Βρήκαμε πρώτα τον Χάρολντ Μπέλαμι. Φωτογραφία του, ασπρόμαυρη, με το μουστάκι του τόσο τακτοποιημένο που πιθανόν να είχε δικό του ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ήταν ιδιοκτήτης της Bellamy Wire & Signal, μιας εταιρείας που κατασκεύαζε τηλεγραφικές συσκευές, εξαρτήματα για τηλεφωνικές γραμμές και—αργότερα—συστήματα επικοινωνίας για το εργοστάσιο. Το εργοστάσιο δεν ανήκε σε εκείνον, αλλά οι μισές μηχανές του μιλούσαν χάρη στα καλώδιά του.
Υπήρχε ένα άρθρο του 1938. *Ο Μπέλαμι χρηματοδοτεί υπόγεια γραμμή ασφαλείας για την πόλη.*
«Υπόγεια γραμμή», διάβασε ο Τέιτ.
«Προς το εργοστάσιο;» ρώτησα.
«Ή προς το αρχοντικό», είπε ο Μαρκ.
Ο Τσάρλι έσκυψε πάνω από τη σελίδα. «Γιατί να θέλει κανείς γραμμή ασφαλείας μέσα στο σπίτι του;»
«Γιατί φοβάται», απάντησε η Σούζι.
Κανείς δεν γέλασε.
Μετά βρήκαμε ένα μικρότερο άρθρο, θαμμένο στην τρίτη σελίδα μιας εφημερίδας του 1951. Δεν είχε φωτογραφία. Δεν είχε καν τίτλο αρκετά μεγάλο για να το προσέξεις.
*Ατύχημα στην παλαιά πτέρυγα του αρχοντικού Μπέλαμι. Δύο τεχνικοί της εταιρείας τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια ελέγχου υπόγειων εγκαταστάσεων. Ο κύριος Μπέλαμι αρνήθηκε να σχολιάσει.*
Δύο τεχνικοί. Όχι δεκατρείς.
Μας βρήκε η κυρία Έιβερι πριν μπορέσουμε να ψάξουμε παραπάνω. Κρατούσε ένα μεγάλο βιβλίο με δερμάτινο εξώφυλλο και σκόνη στις άκρες του.
«Αυτό δεν δανείζεται», είπε. «Και δεν βγαίνει από την αίθουσα.»
Το ακούμπησε μπροστά μας. Στη ράχη του έγραφε: *Κατάλογος Πολιτών Λούιβιλ, 1947.*
«Γιατί μας το δίνετε;» τη ρώτησα.
«Δεν σας το δίνω. Το αφήνω εδώ. Κι εσείς είστε ήδη εδώ.»
Αυτό ήταν, κατά τη γνώμη μου, το κοντινότερο που είχε φτάσει ποτέ η κυρία Έιβερι σε χαμόγελο.
Στις τελευταίες σελίδες υπήρχε μια καταχώριση για την εταιρεία Μπέλαμι. Δεκατρία ονόματα κάτω από μια επικεφαλίδα: *Τμήμα Σηματοδοσίας και Δοκιμών.* Δεκατρείς τεχνικοί. Δεκατρείς άνθρωποι που δούλευαν στην υπόγεια εγκατάσταση, ή έτσι τουλάχιστον έδειχνε.
Και δίπλα σε κάθε όνομα, με κόκκινο μολύβι, υπήρχε ένα μικρό σύμβολο: ένας κύκλος, κομμένος από μια κάθετη γραμμή.
Η Σούζι άγγιξε το χαρτί με το νύχι της.
«Σαν μάτι», είπε.
Ο Τέιτ έσκυψε τόσο κοντά που σχεδόν ακούμπησε τη μύτη του στη σελίδα. «Όχι. Σαν διακόπτης.»
Η κυρία Έιβερι βρισκόταν στο γραφείο της. Δεν μας κοίταζε. Ή ίσως έκανε πως δεν μας κοιτάζει.
«Τι έγινε με αυτούς;» τη ρώτησα.
Η φωνή μου βγήκε πιο δυνατή απ’ όσο περίμενα.
Εκείνη σταμάτησε να σφραγίζει ένα βιβλίο. Για λίγο, ακούγαμε μόνο τον ανεμιστήρα στην οροφή. Έπειτα είπε:
«Κάποιοι έφυγαν. Κάποιοι δεν μπόρεσαν.»
«Δεν μπόρεσαν να φύγουν από πού;»
Η κυρία Έιβερι σήκωσε τα μάτια της.
«Μερικές ερωτήσεις, Ντέρεκ, γίνονται επικίνδυνες μόνο και μόνο επειδή τις κάνεις σωστά.»
Αυτό το είδος φράσης, αν το ακούσει ένα λογικό παιδί, το κάνει να φύγει σπίτι του και να μην ξαναγυρίσει ποτέ. Εγώ δεν ήμουν λογικό παιδί. Κανείς από εμάς δεν ήταν.
Φύγαμε από τη βιβλιοθήκη έχοντας πλέον κάτι πολύ καλύτερο από μια φήμη. Είχαμε δεκατρία ονόματα, μια υπόγεια εγκατάσταση και έναν κωδικό που επέμενε να χτυπάει κάθε βράδυ από τον λόφο.
Είχαμε, με άλλα λόγια, λόγο να συνεχίσουμε.
### 4. Οι ψύλλοι δεν φοβούνται τα σπίτια των πλουσίων
Η Σούζι μάς κάλεσε στο σπίτι της το επόμενο απόγευμα. Η μητέρα της δούλευε στο καθαριστήριο μέχρι αργά και ο πατέρας της οδηγούσε φορτηγό εκτός πολιτείας, οπότε το σπίτι είχε εκείνη την περίεργη ησυχία που έχουν τα μέρη όπου κανείς δεν περιμένει να σε μαλώσει. Υπήρχαν γλάστρες στα παράθυρα, αφίσες συγκροτημάτων στους τοίχους και πάνω στο τραπέζι της κουζίνας μια σειρά από μικροσκοπικά ξύλινα εμπόδια, σκάλες και κρίκους.
Ολόκληρη η κουζίνα είχε μετατραπεί σε τσίρκο ψύλλων.
«Δεν είναι απλώς κόλπα», είπε η Σούζι, προτού προλάβει ο Μαρκ να κάνει το συνηθισμένο του σχόλιο περί “εντόμων που δεν πληρώνουν εισιτήριο”. «Είναι εκπαίδευση με μοτίβα.»
Χτύπησε δύο φορές το κουτάλι της στο τραπέζι. Ο Κόμης πήδηξε σε έναν κύκλο. Χτύπησε μία φορά. Η Ντόροθι ανέβηκε σε μια σκάλα από σπίρτα. Έπειτα η Σούζι σφύριξε χαμηλά, και ένας ψύλλος που λεγόταν Μπίλι τράβηξε πίσω του ένα κομμάτι κλωστή δεμένο με χαρτάκι.
Ο Μαρκ άνοιξε το στόμα του.
«Θα μπορούσε να περάσει από μια χαραμάδα;» ρώτησε.
Η Σούζι σταύρωσε τα χέρια της. «Όλοι τους μπορούν.»
«Και να κουβαλήσει κάτι;»
«Κάτι πολύ ελαφρύ.»
«Μια κλωστή;»
«Μαρκ», του είπα, «μην αρχίζεις.»
«Δεν άρχισα. Ερευνητική ερώτηση έκανα.»
Η Σούζι κοίταξε εμένα. Η ματιά της ήταν διαφορετική εκείνη τη φορά. Όχι χαρούμενη, όχι φλερτ, όχι απλώς έξυπνη. Ήταν η ματιά κάποιου που βλέπει ένα σχέδιο να σχηματίζεται και δεν είναι βέβαιος αν πρέπει να το θαυμάσει ή να το φοβηθεί.
«Τι θες να κάνεις, Ντέρεκ;»
Έβαλα πάνω στο τραπέζι τον πρόχειρο χάρτη που είχα σχεδιάσει. Δεν ήταν καλός χάρτης. Είχα βασιστεί σε μια αεροφωτογραφία από την εφημερίδα και σε όσα θυμόμουν από τις φορές που είχαμε περάσει με τα ποδήλατα έξω από την πύλη του αρχοντικού. Παρ’ όλα αυτά, οι γραμμές έλεγαν αρκετά.
«Δεν θα μπούμε ακόμα μέσα», είπα. «Θα δούμε αν υπάρχει τρόπος να στείλουμε κάτι μέσα. Μόνο για να δούμε.»
«Έναν ψύλλο», είπε ο Τέιτ.
«Όχι έναν», είπε η Σούζι. «Τους ψύλλους μου δεν τους πετάτε σε σπίτια που λένε πως είναι στοιχειωμένα.»
«Δεν λέμε πως είναι στοιχειωμένο», είπε ο Τσάρλι.
«Εσύ μπορεί να μη το λες. Το πρόσωπό σου το λέει.»
Ο Τσάρλι έσκυψε το κεφάλι. «Το πρόσωπό μου λέει πολλά πράγματα.»
Εκείνη γέλασε, και για μια στιγμή όλα έγιναν κανονικά ξανά. Ήμασταν πέντε παιδιά σε μια κουζίνα, με ένα χαζό σχέδιο και μια παρέα από ψύλλους. Μα το κανονικό στο Λούιβιλ είχε πάντα μικρή διάρκεια.
Ο Τέιτ έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό μεταλλικό κουτί. Το είχε φτιάξει από θήκη για τσιγάρα που είχε βρει στα σκουπίδια του λόφου. Είχε μια τρύπα στο πλάι, ένα καλώδιο, μια μικροσκοπική μπαταρία και κάτι που έμοιαζε με κουμπί από παιχνίδι.
«Μικροπομπός», είπε. «Δεν μπορεί να στείλει φωνή, αλλά μπορεί να στείλει παλμό. Αν ο ψύλλος περάσει σε κάποιο σημείο, θα το ξέρουμε.»
«Πόσο ζυγίζει;» ρώτησε η Σούζι.
Ο Τέιτ κατέβασε το βλέμμα. «Πάρα πολύ για ψύλλο.»
«Το ήξερα», είπε ο Μαρκ. «Θέλουμε κλωστή.»
«Θέλουμε μυαλό», του απάντησε η Σούζι.
Και τότε, απίστευτα, ο Μαρκ είχε μία από τις λίγες καλές ιδέες της ζωής του. Δεν το λέω αυτό για να τον μειώσω. Ο Μαρκ είχε πολλές καλές ιδέες, απλώς οι περισσότερες περιλάμβαναν κατσαβίδια, παραβίαση πραγμάτων ή φωτιά. Αυτή ήταν διαφορετική.
«Δεν χρειάζεται να το κουβαλήσει», είπε. «Μπορεί να το τραβήξει.»
Μας έδειξε ένα καρούλι από πολύ λεπτή πετονιά. Από εκείνη που χρησιμοποιούσε ο θείος του για ψάρεμα. Η ιδέα ήταν απλή: ο ψύλλος θα περνούσε μέσα από μια χαραμάδα, δεμένος με μια ανεπαίσθητη θηλιά από κλωστή. Από έξω, θα τραβούσαμε πίσω την πετονιά, στην άκρη της οποίας θα υπήρχε ο μικροπομπός. Αν υπήρχε άνοιγμα, σωλήνας ή κενός χώρος αρκετός για να περάσει η κλωστή, θα μπορούσαμε να χαρτογραφήσουμε έστω ένα κομμάτι του.
Ήταν παράλογο. Ήταν αδύνατο. Ήταν, επομένως, τέλειο για εμάς.
Η Σούζι δεν απάντησε αμέσως. Πήρε τον Κόμη στο δάχτυλό της. Ο ψύλλος στάθηκε εκεί, μικροσκοπικός και ατάραχος, σαν να είχε ήδη αποφασίσει ότι τα σπίτια των πλουσίων δεν ήταν πιο τρομακτικά από οποιοδήποτε άλλο μέρος.
«Αν πάθει κάτι;» είπε.
Κανείς δεν είχε πρόχειρη απάντηση. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να μας είχε σταματήσει.
Τελικά είπα: «Δεν θα πάθει. Θα είμαστε εκεί.»
Η Σούζι με κοίταξε για πολλή ώρα. Έπειτα ακούμπησε τον Κόμη πάλι στο μικρό του κουτί.
«Αύριο βράδυ», είπε. «Μόνο αναγνώριση. Και αν κάτι δεν μου αρέσει, φεύγουμε. Χωρίς συζήτηση.»
Συμφωνήσαμε όλοι.
Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που θα έπρεπε να μας είχε σταματήσει: οι όρκοι των δεκατετράχρονων έχουν περίπου την αντοχή μιας χάρτινης ομπρέλας.
Εκείνο το βράδυ, στις έντεκα και δεκαεπτά, δεν πήγαμε στο σπίτι του κυρίου Πάρκερ. Ακούσαμε το σήμα από το εργαστήριο του Τέιτ. Τρία χτυπήματα, δύο χτυπήματα, τρία χτυπήματα.
Μετά η ίδια γυναικεία φωνή, αυτή τη φορά καθαρότερη.
«Δεκατρείς κάτω. Ένας επάνω.»
Κοιταχτήκαμε.
Και κανείς δεν είπε τη μόνη λογική πρόταση που έπρεπε να ειπωθεί.
-----
Μέρος Β — Η πόρτα που θυμόταν
5. Πάνω από την πόλη
Αν είχαμε το μυαλό που μας αποδίδω σήμερα, δεν θα πηγαίναμε ποτέ στο αρχοντικό Μπέλαμι βράδυ. Θα πηγαίναμε μέρα, θα κοιτούσαμε από μακριά, θα βγάζαμε ένα συμπέρασμα άχρηστο και θα γυρίζαμε σπίτι μας εγκαίρως για βραδινό. Αλλά τότε, στα δεκατέσσερα, η νύχτα δεν ήταν ένα μέρος με κινδύνους. Ήταν ένα μέρος που ανήκε σε εμάς, ακριβώς επειδή οι μεγάλοι κοιμόντουσαν.
Ξεκινήσαμε λίγο πριν τις δέκα. Ο Μαρκ είχε φέρει έναν φακό χωρίς γυαλί στο μπροστινό μέρος, τον οποίο είχε τυλίξει με κόκκινο σελοφάν. «Για να μη φαίνεται από μακριά», είπε. Στην πράξη φαινόταν από μακριά σαν ένας μικρός, θυμωμένος διάβολος. Ο Τέιτ είχε ένα σακίδιο με την μπαταρία, το μικρό ραδιόφωνο και δύο κατσαβίδια, λες και η τεχνολογία και η παρανομία ήταν ξαδέλφια. Ο Τσάρλι δεν είχε φέρει τίποτα. Δεν χρειαζόταν. Η Σούζι κρατούσε το βαζάκι του Κόμη μέσα σε ένα κουτί για παπούτσια, στρωμένο με βαμβάκι και τρυπημένο προσεκτικά στο καπάκι.
Εγώ είχα τον χάρτη.
Δεν ήταν χρήσιμος. Αυτό πρέπει να το παραδεχτώ. Μα ως μυαλό της παρέας θεωρούσα ότι έπρεπε να κρατώ κάτι που να διπλώνει, να δείχνει επίσημο και να μου επιτρέπει να κάνω πως ήξερα πού πηγαίναμε.
Η ανάβαση προς τον λόφο δεν ήταν μεγάλη, αλλά τη νύχτα έμοιαζε σαν να βγαίναμε από τον κόσμο. Πρώτα άφησες πίσω τα σπίτια με τις σπασμένες κούνιες και τα φώτα της τηλεόρασης στα παράθυρα. Ύστερα άφησες πίσω τα τελευταία φανάρια. Μετά υπήρχαν μόνο δέντρα, κήποι με ψηλούς φράχτες και δρόμοι που δεν είχαν λακκούβες, πράγμα από μόνο του αρκετά ύποπτο.
Δεν μιλούσαμε πολύ. Η Σούζι ήταν η μόνη που περπατούσε δίχως θόρυβο. Ο Μαρκ πατούσε πάντα κλαδιά, λες και τα κλαδιά τον ακολουθούσαν επίτηδες. Ο Τσάρλι έκανε τον λιγότερο θόρυβο απ’ όλους, παρόλο που ήταν ο πιο μεγαλόσωμος. Αυτό δεν με έκανε να νιώθω καλύτερα. Σε έπιανε η ιδέα πως, αν ο Τσάρλι μπορούσε να γίνει αόρατος, τότε ίσως υπήρχαν κι άλλα πράγματα που ήξεραν να κάνουν το ίδιο.
Φτάσαμε στην πύλη λίγο μετά τις δέκα και μισή. Ήταν σιδερένια, ψηλή και στολισμένη με εκείνα τα μυτερά τελειώματα που οι πλούσιοι βάζουν στις πύλες τους για να δείξουν ότι δεν εμπιστεύονται ούτε τον αέρα. Στο κέντρο της υπήρχε ένα Β, στριμμένο σαν φίδι.
Ο Μαρκ το ψηλάφισε.
«Παλιά κλειδαριά», είπε.
«Δεν θα την ανοίξεις», του ψιθύρισε η Σούζι.
«Δεν είπα ότι θα την ανοίξω.»
«Το πρόσωπό σου το είπε.»
Ο Τσάρλι την κοίταξε. «Κι εμένα αυτό μου είπες χθες.»
«Εσύ έχεις άλλο πρόσωπο.»
Ο Μαρκ βρήκε τελικά ένα σημείο όπου ο φράχτης είχε υποχωρήσει από τις ρίζες μιας βελανιδιάς. Δεν χρειάστηκε να ανοίξει τίποτα. Περάσαμε ένας-ένας, σκύβοντας και λερώνοντας τα ρούχα μας. Ο Τσάρλι τελευταίος, για να κρατά το σύρμα σηκωμένο. Όταν πέρασε, ο φράχτης ξαναγύρισε στη θέση του με έναν ήχο που έμοιαζε πολύ με αναστεναγμό.
Ο κήπος δεν έμοιαζε εγκαταλελειμμένος όσο έμοιαζε παραμελημένος επίτηδες. Οι θάμνοι είχαν μεγαλώσει ψηλά, μα όχι τυχαία. Κάποιος είχε κόψει μονοπάτια ανάμεσά τους. Τα αγριόχορτα σκέπαζαν τα σκαλιά, αλλά τα φύλλα είχαν μαζευτεί από μπροστά στην πόρτα. Και στο έδαφος, πίσω από το σπίτι, είδαμε πρόσφατες πατημασιές.
«Κάποιος μένει εδώ», ψιθύρισε ο Τέιτ.
«Ή έμεινε», είπε ο Τσάρλι.
Δεν καταλάβαινα γιατί έκανε διαφορά, αλλά δεν ήθελα να τον ρωτήσω.
Πήγαμε προς την πίσω πλευρά. Εκεί, κάτω από μια πέτρινη βεράντα, βρισκόταν κάτι που δεν έδειχνε να υπάρχει στον χάρτη μου: μια χαμηλή μεταλλική γρίλια, μισή θαμμένη κάτω από κισσούς. Από μέσα ερχόταν αέρας. Κρύος αέρας, σε μια νύχτα που ακόμη έκαιγε.
Ο Τέιτ γονάτισε μπροστά της και έβγαλε το ραδιόφωνο. Γύρισε αργά τον επιλογέα. Παράσιτα. Μια εκπομπή μπέιζμπολ. Παράσιτα ξανά.
Ύστερα, αμυδρά, ο ήχος από μέταλλο σε γυαλί.
Τινγκ. Τινγκ. Τινγκ.
Η Σούζι έσφιξε το κουτί με τον Κόμη.
«Είναι εδώ κάτω», είπε.
Για μια στιγμή ακούστηκε κάτι άλλο. Όχι από το ραδιόφωνο. Από μέσα στη γρίλια.
Τρεις αργές γρατζουνιές.
Κανείς μας δεν κουνήθηκε.
Ο Μαρκ έσκυψε λίγο πιο κοντά, κι εγώ άρπαξα το πίσω μέρος της μπλούζας του πριν προλάβει να χώσει το πρόσωπό του εκεί μέσα.
«Μπορεί να είναι αρουραίος», είπε.
«Μπορεί», είπα.
«Αν είναι μεγάλος αρουραίος, ο Τσάρλι θα τον αναλάβει.»
Ο Τσάρλι δεν γέλασε.
Η γρίλια ήταν βιδωμένη σε τέσσερα σημεία. Ο Μαρκ άνοιξε το στόμα του για να πει κάτι, αλλά η Σούζι τον πρόλαβε.
«Όχι. Πρώτα ο Κόμη.»
Δεν συζητήσαμε. Αυτή ήταν η συμφωνία. Η Σούζι έβγαλε τον ψύλλο από το κουτί του και τον άφησε στο δάχτυλό της. Ο Κόμη ήταν μικρός, καφέ και εντελώς αδιάφορος για το ότι πέντε παιδιά είχαν εναποθέσει πάνω του όλες τις κακές τους αποφάσεις. Ο Μαρκ έδεσε γύρω του, με χέρια που για πρώτη φορά έτρεμαν λίγο, ένα λεπτό νήμα. Στην άλλη άκρη υπήρχε ένα κομμάτι ασημένιο χαρτί, όχι πομπός. Ο Τέιτ ήθελε πρώτα να δει αν υπήρχε αέρας που τραβούσε προς τα μέσα.
Η Σούζι χτύπησε δυο φορές το νύχι της στο μέταλλο.
Ο Κόμη πήδηξε.
Πέρασε μέσα από τη γρίλια σαν να μην υπήρχε.
Περιμέναμε. Η κλωστή χαλάρωσε, τεντώθηκε, χαλάρωσε ξανά. Ο Τέιτ κράτησε την ανάσα του. Ο Μαρκ κρατούσε το καρούλι. Εγώ κοίταζα τη μαύρη τρύπα και σκεφτόμουν πως, αν έβγαινε χέρι από εκεί μέσα, δεν θα προλάβαινα ούτε να φωνάξω.
Έπειτα η πετονιά άρχισε να τραβιέται μόνη της.
«Δεν το τραβάω εγώ», ψιθύρισε ο Μαρκ.
Τράβηξε πιο γρήγορα. Όχι απότομα. Σταθερά. Σαν κάτι από μέσα να είχε πιάσει την άκρη της.
Η Σούζι έσκυψε. «Κόμη;»
Η κλωστή τεντώθηκε σαν χορδή.
Και έσπασε.
Η Σούζι δεν φώναξε. Αυτό ήταν χειρότερο. Το πρόσωπό της άδειασε με τρόπο που δεν είχα ξαναδεί. Γονάτισε και κόλλησε το μάτι της στη γρίλια.
«Κόμη», είπε ξανά, πιο χαμηλά.
Από μέσα ακούστηκε ένα γρήγορο, ξερό κλικ.
Ένα μικρό μεταλλικό κομμάτι κύλησε έξω από τη γρίλια και σταμάτησε μπροστά στο παπούτσι της.
Δεν ήταν ο Κόμη.
Ήταν ένα ορειχάλκινο πλακίδιο, σαν ταμπελάκι από παλιό κλειδί. Πάνω του ήταν χαραγμένος ο ίδιος κομμένος κύκλος που είχαμε δει στον κατάλογο της βιβλιοθήκης.
Και κάτω από αυτόν ένας αριθμός.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου