Ο Μετρητής των Φύλλων

Μαρία Νικολάου: Το κείμενο

Συμμετοχή στο δρώμενο: Ιστορίες του φθινοπώρου…


Ο Μετρητής των Φύλλων

 

Ι.

Αυτό που θα διαβάσετε έπρεπε να το είχα κάψει το χειμώνα του 2005. Δεν το έκαψα για τον ίδιο ακριβώς λόγο που δεν το έγραφα επί σαράντα χρόνια: γιατί κάποιες ιστορίες δεν ανήκουν σε μας. Εμείς είμαστε μόνο το χαρτί που τις κουβαλάει. Και καμιά φορά — το βλέπω τώρα, στη χρονιά μου τα εξήντα οκτώ, με το τζάμι να παίρνει αχνά την ανάσα μου — το χαρτί είναι αυτό που διαλέγει πότε θα γραφτείτε.

Με λένε Στέφο Βλαχάκη. Θα σαλπάρουν στου Μαυροράχη τα σαράντα τηλέφωνα, θα πουν «α, ο γιος της Κατίγκως, αυτός που πήγε στην Αθήνα», και η ιστορία θα κατέβει απ' το λόφο με τα πόδια, όπως κατεβαίνει η ομίχλη. Δεν πειράζει. Το χωριό ξέρει απ' πάνω μου απ' ό,τι ξέρω εγώ απ' το χωριό. Στου Μαυροράχη όλοι ξέρουν. Αυτή είναι η κατάρα μας: η γνώση χωρίς τη λέξη.

Λοιπόν. Το Μαυροράχη έχει τριάντα εφτά σπίτια, έναν πλάτανο στην πλατεία που είναι πιο γέρος απ' τον Ψηλορείτη, ένα καφενείο που τώρα το κρατάει η δεσποινίς Ειρήνη, και μια γέφυρα. Ξύλινη γέφυρα πάνω από έναν χειμάρρο που κατεβαίνει από τη ράχη και τον χειμώνα γίνεται θηρίο. Το ξύλο της γέφυρας είναι γκρι-καφέ, θαμπό, σαν ξύλο από παλιό κρεβάτι που κοιμήθηκαν πάνω του τρεις γενιές και δύο νεκροί. Το κατάστρωμα το στρώνει κάθε φθινόπωρο ένα στρώμα φύλλα — πλατανόφυλλα, μουριές, πουρνάρια — κόκκινα και ρουφηχτά, σαν ψημένο αίμα σε πετμένο πιάτο.

Πάνω σ' εκείνη τη γέφυρα χάθηκε ο Ασήμης, τον Οκτώβρη του 1978. Και πριν απ' τον Ασήμη, το 1951, χάθηκε μια δασκάλα που έφεραν απ' τα Χανιά. Και πριν απ' τη δασκάλα, το 1924, ένας βοσκός που δεν θυμάμαι ούτε τ' όνομά του — μόνο που οι γριές τον φώναζαν «τον Λύγκο». Και πριν; Ρωτήστε τις πέτρες. Οι πέτρες εδώ ξέρουν να μετρούν, δεν ξέρουν να μιλάνε.

Τα παιδιά του Μαυροράχη, όταν κουνάγαμε σκοινί ή παίζαμε κρυφτό στη στρούγκα, λέγαμε ένα μέτρο. Δεν το μάθαμε απ' κανέναν — απ' τον αέρα, λέω εγώ τώρα. Απ' τον αέρα ή απ' το νερό.

*Ο Μετρητής τα μετράει, ένα-ένα τα μετράει,*
*όσα φύλλα περισσέψουν, του χρόνου θα μετράει.*

Το τραγουδούσαμε και γελούσαμε. Παιδιά, ναι. Γελάγαμε με τ' ανέμια και παίζαμε πάνω στο καπάκι του πηγαδιού.
 

ΙΙ.

Ήμασταν τρεις. Εγώ, έντεκα χρονών, με μια πετσέτα στον λαιμό κι ένα ποδήλατο «Πιρέλι» που το γράψαμε μαύρο με πίσσα για να μη μας το πάρουνε. Ο Μιχάλης ο «Γυριστός», δώδεκα, που είχε πάει δύο χρόνια στο Ηράκλειο και ήταν ο μόνος μας που είχε ιδέα από κόσμο. Και ο Ασήμης — εννιάμιση, μικροκαμωμένος, με τα γυαλιστερά κόκκινα σαντάλια που του είχε στείλει ο πατέρας του απ' το Λιμάνι κι εκείνος τα φόραγε και Κυριακή και Πέμπτη, γιατί τα 'θελε να τ' ακούει το «γκιουρούπ-γκιουρούπ» στο χωματόδρομο.

Στις 14 του Οκτώβρη 1978, Τρίτη, το σχολείο μας έβγαλε νωρίς. Η αίθουσα μύριζε μωβ μελάνι και κάστανα. Κάτω στο χειμάρρο, το νερό είχε στερέψει όπως στερεύει κάθε φθινόπωρο, και η γέφυρα — ενενήντα τρία σανίδια, τα μετρήσαμε επίτηδες, εμείς τα παιδιά μετράμε τα πάντα, δα και τότε δεν ξέραμε γιατί — ήταν στρωμένη με φύλλα ως τις σιδεριές. Ο αέρας πλανόταν χαμηλά, και το πράσινο φως περνούσε από τα πλατανόφυλλα ψηλά και πέφτοντας γινόταν άλλο φως, πιο χοντρό, πιο ηλεκτρισμένο — φως που δεν έλεγε «πρωί» ή «απόγευμα», έλεγε «ανάμεσα». Στου Μαυροράχη όλος ο Οκτώβρης είναι «ανάμεσα».

Ο Μιχάλης πέταξε τη σφυρίχτρα του Ασήμη πάνω απ' τις κάγκελες, στο φύλλο. Το ξέρω, θα πείτε — παιχνίδι. Δα. Παιχνίδι.

— Πήγαιν' τη, ρίζα μου, είπε ο Μιχάλης, και του στράφτηκε ο κόσμος απ' τη χαρά του, γιατί ποτέ δεν τον φωνήνανε «ρίζα μου».

Ο Ασήμης ανέβηκε τη γέφυρα. Θα σας πω τι θυμάμαι, και θα σας πω και τι νόμιζα πως θυμόμουν αργότερα, γιατί εκεί είναι η πρώτη σφήκα στη φωλιά. Θυμάμαι τα κόκκινα σαντάλια να πατούνε τα φύλλα — «γκιουρούπ, γκιουρούπ» στο ξύλο κάτω απ' το φύλλο, ένας ήχος σαν να βήχει το ποτάμι. Και θυμάμαι — αυτό ξανά-ξανά, σαράντα οκτώ χρόνια τώρα, στη μέση του φαγητού, στη μέση του ύπνου, στη μέση της ζωής μου — θυμάμαι πως τα φύλλα μπροστά του δρομολογούνταν.

Ξέρω τι λέει το μυαλό σας: αέρας. *Ήταν αέρας, Στέφε, αραδιασμένο φθινόπωρο, έτσι πέφτουν.* Δα. Έτσι πέφτουν. Αλλά αυτά τα φύλλα δεν έπεφταν. Τραβούσαν. Σέρνονταν στο κατάστρωμα προς το μέσο της γέφυρας, εκεί που ήταν τ' ανοιχτά ανάμεσα στις σανίδες, και τραβούσαν σιγά, αθόρυβα, στολιστά — φύλλο πίσω απ' το φύλλο, σαν καλπασμός χελιδονιών — προς τα έξω απ' τον άνεμο. Εκείνη τη στιγμή δεν φυσούσε. Το ξέρω. Ο αέρας εκείνο το δίλεπτο ήταν σταματημένος σαν κομμένο νήμα.

(ΜΗΝ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ ΣΤΕΦΕ)

Αυτό άκουσα. Δεν το διάβασα πουθενά, δεν το είπε ο Μιχάλης — ο Μιχάλης κρατούσε το σκερπανάκι του και τα δόντια του. Το άκουσα *μέσα* στο κρανίο μου, με φωνή γέρου και γλώσσα δική μου. Τριάντα χρόνια το φοβόμουνα σαν κατάρα. Μετά, το 2005, κατάλαβα. Θα σας το πω με τη σειρά του. Οι ιστορίες του Μαυροράχη δεν πάνε γραμμή, ρίζα μου. Πάνε σαν το φως μέσα απ' τα φύλλα: έρχονται απ' όπου θέλουν, και μερικές έρχονται πίσω.

Ο Ασήμης έσκυψε στο κέντρο της γέφυρας. Κοίταξε ανάμεσα στις σανίδες.

Του είχαμε πει χίλιες φορές. Το ξέραμε και οι τρεις. *Στη σανίδα μη γυρνάς, στο κενό μη κοιτάς.* Το τραγουδούσαμε το ίδιο, στο ίδιο μέτρο με τον Μετρητή. Και το απόγευμα εκείνο, με το πράσινο φως να γίνεται μέλι και ύστερα σκουριά, ο Ασήμης — που τ' άρεσαν τα κόκκινα σαντάλια να τ' ακούει, που ήταν το μικρότερο και ήθελε να 'ναι «ρίζα μου» κι αυτός — ακούμπησε τα δύο του χεράκια στις ενενήντα τρεις σανίδες, ακούμπησε το μετώπου του στο κενό, και κοίταξε.

Δεν φώναξε. Αυτό είναι το πράγμα. Ούτε βοή, ούτε πτώση, ούτε «πλαντς» στο ξεραμένο νερό. Αυτό που άκουσα ήταν ένα γέλιο. Κοντό, ελαφρύ, γλυκό — το γέλιο του όταν τ' άρεσε ένα αστείο — αλλά ανάποδα, όπως γυρνάει απ' το γιαλό η φωνή του καμπάνη. Και μετά τα φύλλα.

Τα φύλλα έκλεισαν από πάνω του σαν νερό. Ένα-ένα, στολιστά, χωρίς βία — όσο λιγότερη βία, τόσο περισσότερο τρόμο, να το έχετε αυτό για τους δικούς σας χειμώνες — και το μικρό κόκκινο σαντάλι «γκιουρούπ» μόνο μία φορά ακόμα, και ύστερα η γέφυρα ήταν στρωμένη φύλλα όπως πάντα, ενενήντα τρία σανίδια, και εγώ τραβούσα το χέρι του.

Το λέω; Το χέρι του. Λέω «έπιασα το χεράκι του» και νιώθω τα δάχτυλα — τα μικρά, τα ζεστά, τη μυρωδιά του σαπουνιού «ΛΑΔΟ» και τη γυαλιστερή φλούδα του πορτοκαλιού. Δύο φορές στη ζωή μου ρώτησα τον εαυτό μου αν είχα φτάσει να πιάσω τίποτα. Και τις δύο φορές το ερώτημα με βρήκε μπροστά στον καθρέφτη, και ο άνθρωπος στον καθρέφτη κούνησε το κεφάλι, πολύ αργά, όπως κουνάει το κεφάλι του ο γιατρός.
 

ΙΙΙ.

Αναζήτηση κάναμε. Πεντακόσιοι άνθρωποι, έλεγε το ραδιόφωνο των Αθηνών που μισή ωρίτσα απλώθηκε να μιλήσει για το «μικρός αγνοούμενος σε ορεινό νομό Κρήτης». Ψάξαμε τον χειμάρρο ως το φράγμα. Ψάξαμε τρεις μέρες και τρεις νύχτες με προβολέα και με λύχνα. Ο πατέρας του Ασήμη ήρθε απ' το Λιμάνι με το πρώτο καράβι. Εκείνος έκλαιγε στου καφενείου την κάτω πόρτα, ώσπου λένε πως δεν άντεχε πια. Η μάνα του δεν έκλαιγε. Καθότανε στον στρωμένο καναπέ, δίπλα στα δεύτερα κόκκινα σαντάλια, και κοιτούσε τον τοίχο. Οι μάναδες εδώ ξέρουν. Δα. Οι μάναδες εδώ πάντα ξέρανε, γι' αυτό οι γριές μου είπαν μια φορά, μ' ένα στόμα, μ' οχτώ χείλη: *«Μην ξαναπάς στη γέφυρα, Στέφη μου, ως τον Άη Νικόλα.»*

Και κάτι άλλο — το μόνο στοιχείο που ο ανθυπασπιστής Χατζημιχάλης δεν το έβαλε ποτέ στα χαρτιά του, κι όμως το είδαμε όλοι. Το πρωί μετά την τρίτη νύχτα, το κατάστρωμα της γέφυρας ήταν στρωμένο φύλλα *ως εκεί*. Αλλά στο κέντρο, στο ίδιο ακριβώς μέσο, μια σανίδα ήταν γυμνή. Καθαρή. Λειασμένη, σχεδόν γυαλιστερή — σανίδα-καρέκλα, σανίδα που σ' ευχότανε καλόκαρδα να καθίσεις. Και πάνω της, με κάτι που δεν ήταν γράμματα ούτε μελάνι — με ραδινές γραμμές, σαν φλέβες φύλλου ή σαν ξύραμμα καρφιού — ήταν χαραγμένος ένας αριθμός.

Ο Χατζημιχάλης τον μέτρησε με το μολύβι του, δυο φορές.

Ογδόντα ένα.

Κανείς δεν τον ρώτησε γιατί δεν τον έγραψε. Στου Μαυροράχη η γνώση χωρίς τη λέξη, σας είπα. Ο πατέρας Γρηγόρης, που το βράδυ εκείνο ήπιε το κρασί του με χοντρή ζάχαρη, μου είπε — γιατί εγώ ήμουνα ο μόνος που τον πλησίασε, παιδιά μόνο πλησιάζουν τον μεθυσμένο παπά — μού ψιθύρισε με νισέφτη στόμα:

— Το δέντρο ξεχνάει, παιδί μου. Ο Μετρητής δεν ξεχνάει. Είκοσι εφτά χρόνια, ξαναπές το σ' έναν μεγάλο. Είκοσι εφτά χρόνια του δίνεται ένα. Λυπήσου τον Λύγκο και τη δασκάλα — τα μετρούσανε κι εκείνα, παιδί μου, μόνο που δεν ξέρανε πως είναι αριθμοί.

Τότε δεν κατάλαβα. Τώρα το γράφω και το χέρι μου το ξέρει απ' έξω: 1924, 1951, 1978. Λέξε τα αργά, σαν το μέτρο του σκοινιού. Είκοσι εφτά και είκοσι εφτά. Και οι αριθμοί στο ξύλο; Ογδόντα ένα στο τρίτο. Στερνά θα το δείτε: δύο και δύο κάνουνε τέσσερα, μα ο Μετρητής μετράει αλλιώς.

IV.

Ύστερα ήρθε το 2005.

Εγώ είχα εικοσιεπτά χρόνια Αθήνα, γυναίκα, κοπέλι, γραφείο σχεδίων, ζωή — ζωή, ναι, λέω ζωή και γελώ με δαύτον τον τρόπο που γελάμε εμείς οι φυγάδες του Μαυροράχη, με μισό στόμα. Ο Μιχάλης έγινε ασφαλιστής στο Ηράκλειο, τον συναντούσαμε μια φορά τον χρόνο στα καλά όπως κάνουνε όλοι. Και μια Πέμπτη του Νοέμβρη του 2005 — τα φύλλα πέφτανε και στο Ιλίσιο, θαρρετά, δίχως νόμο — μού τηλεφώνησε. Φωνή ήσυχη, αγγλική ευγένεια στα ελληνικά, η φωνή του άντρα που αποφάσισε.

— Θα πάω να μετρήσω, Στέφε, είπε. Ο πατέρας Γρηγόρης σβήνει, να ξέρεις, και πήρε μαζί του το ψαλτήρι τζαι τα νούμερα. Είκοσι εφτά χρόνια τη μία. Δική μου φάση τώρα, κατέχεις. Εγώ τον πέταξα, τζαι εμένα θα με ζητήσει.

— Μιχάλη — είπα, και σήμαινα κάτι παραπάνω απ' ό,τι είπα, όπως πάντα.

— Δα, Στέφ' μου, είπε ο Μιχάλης. Δα. Αλλά το μετρητό δεν κλείνει — μόνο απογγέλλει. Θα πάω να μετρήσω. Θα σου τηλεφωνήσω με τα νούμερα.

Δεν μου τηλεφώνησε ποτέ με τα νούμερα.

Τον ψάξανε, ναι — Ηράκλειο, εθνική οδός, καβάλα στον γκρεμό της Φόδελε, όλα τα μέρη που πέφτουνε οι ασφαλιστές με τα προβλήματά τους. Στου Μαυροράχη πήγε μόνο η αδελφή του, με το αυτοκίνητο, μια πρωία, να ανάψει κερί στη γέφυρα — τέτοια κάνουμε εμείς, άσ' το. Βρήκε τη γέφυρα στρωμένη φύλλα ως εκεί και τη σανίδα του κέντρου γυμνή, γυαλιστερή, με δυο ραδινές αράδες νούμερα στο ξύλο: ογδόντα ένα, και από κάτω, πιο ραδινό, πιο καινούργιο, σαν να το 'σκαψε χθες νύχτα το ίδιο το ξύλο:

εκατόν οχτώ.

Η αδελφή του Μιχάλη τού 'καμε μνήμη μισό χωριό, με κεριά. Μισό χωριό, και καθένας ψάλλει ψυχρά. Δα. Ξέρω. Το ξέρω πως η αριθμητική είναι δουλειά του σχολείου τζαι όχι του φόβου. Μόνο που αυτός ο αριθμός δεν μετράει νεκρούς. Ο Μετρητής δεν έχει ανάγκη από νεκρούς — εμείς είμαστε γι' αυτόν ότι το φύλλο για το δέντρο: πτώση ανάμεσα σε πτώσεις. Αυτός μετράει κάτι άλλο. Εικοσιεφτάρια μετράει, χρόνια μ' άλλο νόμισμα, και οι φλέβες στο ξύλο λένε πως το τέλος έχει νούμερο. Κανείς δεν ξέρει ποιο είναι. Ο Μιχάλης πίστευε πως το ξέρει. Ο πατέρας Γρηγόρης προσευχότανε να μην το μάθει ποτέ.

V.

Φέτος, 2026, θάψαμε τον καημένο τον αδερφό μου στην Άγια Ειρήνη. Κατέβηκα από την Αθήνα — τώρα πια δεν έχω που να γυρνάω — τζαι φυσικά, μια πρωία, με την ομίχλη να κάθεται στη ράχη σαν παλιό σεντόνι, κατέβηκα τον χωματόδρομο. Κατεβήκαμε όλοι. Αυτό κάνουμε. Πηγαίνουμε στη γέφυρα σαν να 'ναι το σπίτι του πατέρα μας, τζαι τη βρίσκουμε πάντα εκεί, τζαι το ξύλο κρατάει ακόμα κάτω απ' τις στάχτες τη ζέστη ενός καλοκαιριού που δεν είναι πια πουθενά.

Η γέφυρα ήταν στρωμένη φύλλα. Στρωμένη με φύλλα — *πάντα* στρωμένη. Εκατόν δώδεκα σανίδια. Ξαναμέτρησα, τα δάχτυλα μου έτρεμαν τζαι ήρθανε πάλι εκατόν δώδεκα — δυο πάνω απ' τα παιδικά μου ενενήντα τρία. Μετρούνε μαζί μας. Να το δείτε τζαι στις σανίδες.

Και τότε, στο κέντρο, εκεί που το πράσινο φως του Οκτώβρη πέφτει μέλι τζαι σκουριά, άκουσα απ' το κενό ανάμεσα στις ραβδώσεις — ραδινό, ξεραμένο, επαγγελματικό, σαν φωνή γραμματέα που μετράει σιτάρια σε παλιό εμπόριο:

«…εκατόν είκοσι εννιά… εκατόν τριάντα…»

Σταμάτησε.

Σαράντα οκτώ χρόνια μετράει — πιστεύω, τουλάχιστον, που μετράει· ίσως μετράει απ' όταν ο Ψηλορείτης ήτανε άμμος στη γλώσσα μιας θάλασσας που δεν υπάρχει — τζαι για πρώτη φορά *σταμάτησε*. Η σιωπή κάτω από τη γέφυρα ήταν η σιωπή που κάνει το ποτάμι όταν το κοιτάξουν. Τζαι μετά η φωνή ξαναρχότανε. Όχι με νούμερα.

— Στέφος Βλαχάκης, είπε. Εκατόν τριάντα πέντε.

Δεν μου ήρθε κανένας ρίγος, μην περιμένετε το νούμερο του σινεμά. Αυτό ήτανε το φοβερό — τότε το κατάλαβα, τζαι οφείλω να το γράψω ακατάπαυστα καθαρό: δεν υπήρξε ούτε μίσος ούτε πείνα σε εκείνη τη φωνή. Ήτανε μόνο *εγγραφή*. Το όνομά μου μπήκε σ' ένα τετράδιο, σε μια σελίδα ανάμεσα σε σελίδες, σε ένα μέτρο ανάμεσα σε μέτρα. Ο Θεός της γέφυρας δεν μας βλέπει σαν θηρία ούτε σαν σκουλήκια. Μας βλέπει σαν φύλλα. Και το φύλλο δεν φοβάται τον άνεμο, μωρό μου. Δεν προλαβαίνει.

Το νούμερό μου. Το *μελλοντικό* μου νούμερο — γιατί ο Μετρητής, ρίζα μου, δεν περιμένει να πεθάνεις για να σε γράψει. Σε γράφει πριν. Όπως το φύλλο είναι πεσμένο πριν πέσει. Το εκατόν τριάντα πέντε θα 'ναι του 2032. Τότε, με το πρώτο φύλλο της χρονιάς, στο ξύλο του κέντρου θα χαραχτεί μια αράδα ακόμα, τζαι η δική μου θα 'ναι.

Τότε άκουσα, καθαρά τζαι νεανική, απ' την άκρη του καταστρώματος — εκεί που τα φύλλα σέρνονταν πριν από σαράντα οκτώ χρόνια στολιστά, αντίθετα απ' τον άνεμο — τρεις λέξεις:

— *Γράψ' το, ρίζα μου.*

Τζαι κατάλαβα επιτέλους, με τους αργούς τρόπους που καταλαβαίνουμε εμείς οι γέροι: η φωνή που μου είπε «ΜΗΝ ΤΟ ΚΟΙΤΑΣ» το 1978 δεν ήτανε δαίμονας τζαι δεν ήτανε τρέλα. Ήτανε *εγώ*. Ο γέρος Στέφος του 2026, που μιλάει στην πλάτη του χρόνου, πάνω απ' το κεφάλι του Μετρητή, όπως το φως που βρίσκει δρόμο μέσα απ' τα φύλλα. Γι' αυτό το γράφω. Δεν το γράφω για εσάς. Το γράφω για το παιδί με τα κόκκινα σαντάλια δίπλα μου — ήταν δίπλα μου, μόνιμα είναι δίπλα μου — για να μη σκύψει. Το γράφω, ρίζα μου, για να τραβήξεις τη σανίδα πίσω σου, τζαι να πας.

VI.

Ύστερα ήρθα σπίτι τζαι εβρήκα επάνω στο μαξιλάρι του κρεβατιού μου ένα πλατανόφυλλο.

Όχι δίπλα. *Επάνω.* Στη θέση του προσώπου, όπως στρώνουνε στα νεκροκρέββδα.

Το αγγίξα με τα δάχτυλα. Τριανταφυλλένιο τζαι ρουφηχτό, ψημένο αίμα σε πετμένο πιάτο, τζαι ζεστό — ζεστό σαν χέρι παιδικό που ακούμπησε το δικό σου.

Καλά. Τα ξέρετε τα λογικά: τζαι το παράθυρο ανοίγει, τζαι ο αέρας έχει πόδια τζαι η ομίχλη σηκώνει ελαφρά. Λογικά, ρίζα μου, λογικά. Δα. Τζαι όμως — απ' το βράδυ εκείνο κοιμάμαι με το φως αναμμένο. Όχι από φόβο. Εγώ πια δεν ανήκω σε μένα, το ξέρω τζαι το δέχομαι, όπως το φύλλο δεν ανήκει πια στον κορμό. Κοιμάμαι με το φως αναμμένο γιατί με το φως, όταν μετράει κάποιος μονοτονικά στο σκοτάδι, τουλάχιστον του βλέπεις τα χείλη.

Μένει ένα νούμερο ως το δικό μου. Λέει: εκατόν τριάντα πέντε. Το 2032 θα 'ναι ο τίτλος της επομένης ιστορίας αυτού του τόπου. Ο Μετρητής δεν βιάζεται. Τα δοκάρια της γέφυρας κρατάνε στραβά τζαι υπομονετικά, σαν βροχή που πάγωσε στη μέση, τζαι η βροχή αυτή κρατάει την ανάσα της από τότε που το φως πρωτοβρήκε δρόμο μέσα απ' τα πρώτα φύλλα.

Σας το γράφω όλο αυτό — τζαι εδώ είναι η τελευταία σφήκα στη φωλιά — γιατί η ιστορία είναι ο μόνος τρόπος που μετράει ο Μετρητής. Από στόμα σε στόμα, από σελίδα σε μάτι. Εικοσιεφτά χρόνια, τζαι ένα χεράκι που δεν έφτασε. Κάθε που διαβάζεις μια ιστορία που δεν σου ανήκει, κουβαλάς ένα φύλλο στην πλάτη σου χωρίς να το ξέρεις. Τζαι κάτω απ' το κεραμίδι σου, αύριο-μεθαύριο, κάποιος ψιθυρίζει νούμερα. Μην γυρίσεις. Αυτοί που γύρισαν, εξήντα.

Τα φύλλα πέφτουν πάντα.

*Ως τώρα.* 

 

Σχόλια

  1. Γιώργο!
    Πόσα θαυμαστικά να βάλω βρε φίλε; Ξεκίνησα χαλαρά να διαβάζω, ομολογώ κάτι εντελώς διαφορετικό από το κλασικό σου ύφος, και βρέθηκα να έχω μπει σε μια αναγνωστική δίνη, να με ρουφάει άπληστα καρτερώντας να φτάσω στο τέλος. Σε ένα μοιραίο τέλος.
    Γλώσσα ντοπολαλιάς Κρήτης, δεν ξέρω αν έχεις καταβολές από εκεί. Η γλώσσα το κάνει ξεχωριστό, ίσως δύσκολο στην ανάγνωση σε κάποια σημεία αλλά ξεχωριστό. Σαν κάποιος να διαβάζει μια παλιά ιστορία, που την ανακαλύπτει χρόνια πολλά μετά.
    Να προσπαθεί να την αποκωδικοποιήσει να βγάλει άκρη.
    Φίλε Γιώργο, το είπα και στο Misfits, το λέω και εδώ: Ειλικρινά πολλές φορές σε ...χάνω. Είναι δυσπρόσιτη η έμπνευσή σου, είναι βαριά και βαθιά. Ξεφεύγεις από τις κλασικές νόρμες.
    Πραγματικά εντυπωσιακό διήγημα, φίλε μου με μια μοναδική ατμόσφαιρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννη φιλε μου, το πάλεψα αρκετά με την διάλεκτο, δύσκολο να βρω πληροφορίες....και σίγουρα θα υπάρχουν λάθη.
      Μου αρέσουν αυτα τα δρώμενα...ξέρεις ταιριάζει γάντι η έκφραση μια εικόνα, χίλιες λέξεις....

      Διαγραφή
  2. Κ.Γιωργο πρώτη φορά μπαίνω στο ιστολόγιο σας κι μου αφήνει την αίσθηση πρωτότυπου μπλογκ! Οσο για την ιστορία σας, μου άρεσε η γλαφυρή περιγραφή. Καλές δημιουργικές συνέχειες εύχομαι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ για την επίσκεψη στο μπλοκ,και χαίρομαι που άρεσε η ιστορία

      Διαγραφή
  3. Καλησπέρα.
    Πολύ περιγραφική και γλαφυρή η γραφή σου. Μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα και χάθηκα στην ιστορία. Είναι μια ιστορία που εμπνέει και φτιάχνει εικόνες.
    Ευχαριστώ πολύ για την συμμετοχή.
    Καλώς σε βρήκα.
    Καλή συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Μαρία, χαίρομαι που σου άρεσε η ιστορία.
      Ευχαριστώ με την σειρά μου Μαρία για την έμπνευση

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Τα καλύτερα