The misfits - 2
Μέρος Α
1. Η ιδέα που δεν είχε δικαίωμα να υπάρξει
Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι την ακριβή ημέρα κατά την οποία μου ήρθε η ιδέα. Θυμάμαι όμως τη ζέστη. Εκείνη τη χοντρή, κολλώδη ζέστη του Ιουλίου που καθόταν πάνω από το Λούιβιλ σαν καπάκι σε κατσαρόλα και δεν άφηνε ούτε σκέψη να δραπετεύσει. Θυμάμαι τον ήχο από τις τζιτζίκες, την άσφαλτο της Πέμπτης Οδού που γυάλιζε λες και κάποιος την είχε αλείψει με πετρέλαιο, και τον Μαρκ να βρίζει μια σκουριασμένη βίδα η οποία είχε αποφασίσει, για λόγους που μόνο εκείνη γνώριζε, να μη βγει από τη θέση της.
Βρισκόμασταν όλοι στο υπόστεγο πίσω από το σπίτι του Τέιτ. Το λέγαμε εργαστήριο, επειδή έτσι λεγόταν πιο εύκολα ένα μέρος που μύριζε βρεγμένο χαρτόνι, λάδι μηχανής και την υγρασία από τα παλιά ρούχα της μητέρας του. Στην πραγματικότητα ήταν ένα ξύλινο κουτί με μια σκεπή που έσταζε τον χειμώνα και έτριζε τα καλοκαίρια. Για εμάς, όμως, ήταν η έδρα των Misfits. Εκεί είχαν γεννηθεί οι περισσότερες φάρσες μας, μαζί με μερικές κακές αποφάσεις και μία εξαιρετικά σύντομη επιχείρηση κατασκευής αναψυκτικού από λιωμένες καραμέλες, που είχε λήξει όταν ο Τσάρλι έβγαλε αφρούς από τη μύτη.
Ο Τέιτ καθόταν μπροστά στην υπερκονσόλα του. Η οθόνη ήταν ένα μικρό, φουσκωτό τηλεοπτικό κουτί που κάποτε είχε ανήκει σε μια ηλικιωμένη κυρία από τον λόφο. Έδειχνε ένα παιχνίδι με διαστημόπλοια, όμως εκείνος δεν έπαιζε. Είχε ανοιχτή την πίσω πλευρά του μηχανήματος και κοίταζε τα καλώδια όπως ένας γιατρός κοιτάζει την ακτινογραφία κάποιου που έχει καταπιεί πιρούνι.
«Δεν γίνεται», είπε.
Ο Μαρκ δεν σήκωσε καν το κεφάλι. «Ποιο από όλα;»
«Η συχνότητα. Δεν γίνεται να έρχεται από εκεί.»
Η Σούζι, που καθόταν στο πάτωμα με τα γόνατα στο στήθος, σήκωσε το μικροσκοπικό καπάκι από ένα γυάλινο βαζάκι. Μέσα του υπήρχαν έξι ψύλλοι. Όλοι είχαν ονόματα. Δεν ξέρω ποιος φυσιολογικός άνθρωπος θα θεωρούσε λογικό να δώσει ονόματα σε έξι ψύλλους, αλλά η Σούζι δεν είχε ποτέ ισχυριστεί πως ήταν φυσιολογική. Ο μεγαλύτερος λεγόταν Κόμης. Η μικρότερη, ή τουλάχιστον η πιο νευρική, λεγόταν Ντόροθι.
«Τι συχνότητα;» ρώτησε.
Ο Τέιτ στράφηκε προς το μέρος μας. Στο μάγουλό του είχε μια μαύρη μουτζούρα από γράσο και τα μάτια του γυάλιζαν με εκείνον τον τρόπο που σήμαινε πως είχε βρει κάτι είτε εκπληκτικό είτε απολύτως καταστροφικό.
«Ένα σήμα. Το πιάνει το ραδιόφωνο του κυρίου Πάρκερ, αλλά όχι κανονικά. Εμφανίζεται ανάμεσα στους σταθμούς. Μια φορά κάθε βράδυ, στις έντεκα και δεκαεπτά ακριβώς. Είναι σαν... σαν να χτυπάει κάποιος ένα κέρμα πάνω σε σωλήνα. Τρία χτυπήματα, παύση, δύο χτυπήματα, παύση, τρία ξανά.»
«Κάποιος βαριέται περισσότερο κι από εμάς», είπε ο Τσάρλι.
Εγώ, αντίθετα, είχα σταματήσει να ακούω τη ζέστη, τις τζιτζίκες και τον Μαρκ που τελικά νίκησε τη βίδα. Τρία, δύο, τρία. Ήταν η μέρα που ο πατέρας μου πληρωνόταν. Ήταν ο αριθμός του παλιού λεωφορείου για το εργοστάσιο. Ήταν, αν ήθελες να το δεις έτσι, ένας κωδικός που περίμενε κάποιον αρκετά ηλίθιο για να τον προσέξει.
«Από πού έρχεται;» ρώτησα.
Ο Τέιτ χαμήλωσε τη φωνή του, κι ας μην υπήρχε κανείς γύρω για να μας ακούσει.
«Από τον λόφο.»
Τότε δεν είπα τίποτα. Το μυαλό μου άρχισε απλώς να δουλεύει. Αυτό είναι το πρόβλημα με τις ιδέες. Όταν εμφανίζονται, στην αρχή μοιάζουν αθώες. Ένα μικρό πράγμα, σαν σπίρτο. Κανείς δεν κατηγορεί το σπίρτο πριν δει τη φωτιά.
Ο λόφος στεκόταν πάνω από το Λούιβιλ, όχι πολύ ψηλός, αλλά αρκετά ώστε να μοιάζει σαν να κοιτάζει αφ’ υψηλού όλα τα υπόλοιπα. Οι δρόμοι εκεί πάνω ήταν καθαροί, τα σπίτια είχαν βεράντες και μεγάλα παράθυρα, και τα σκουπίδια τους ήταν πιο χρήσιμα από τα πράγματα που αγοράζαμε εμείς. Οι γονείς μας έλεγαν ότι οι άνθρωποι του λόφου είχαν αγοράσει τη γη πολύ παλιά, τότε που το εργοστάσιο έφερνε χρήμα και καπνό μαζί. Μετά, όταν το χρήμα έμεινε σ’ εκείνους και ο καπνός κατέβηκε χαμηλά, έμαθαν να κλειδώνουν τις πόρτες τους καλύτερα.
Στην κορυφή του υπήρχε το αρχοντικό Μπέλαμι. Ένα πέτρινο σπίτι με κλειστά παραθυρόφυλλα, μια πύλη που δεν άνοιγε ποτέ και έναν κήπο τόσο άγριο που είχε καταπιεί τις μαρμάρινες σκάλες. Ήταν άδειο, ή τουλάχιστον αυτό έλεγαν όλοι. Ο κύριος Μπέλαμι είχε πεθάνει πριν γεννηθούμε και η γυναίκα του είχε φύγει κάπου στον Βορρά. Παρ’ όλα αυτά, κάθε τόσο έβλεπες φως σε κάποιο παράθυρο. Κι όταν το ανέφερες σε ενήλικο, εκείνος σου έλεγε πως ήταν αντανάκλαση.
Οι ενήλικοι έχουν ένα ιδιαίτερο ταλέντο: όταν δεν θέλουν να εξηγήσουν κάτι, το ονομάζουν αντανάκλαση.
«Το αρχοντικό;» είπε η Σούζι πριν προλάβω να το πω εγώ.
Ο Τέιτ έγνεψε. «Περίπου. Όχι ακριβώς. Σαν να έρχεται κάτω από αυτό.»
Ο Μαρκ χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που δεν ήταν ποτέ καλό σημάδι για ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων.
«Κάτω από αυτό, ε;»
«Δεν θα πάμε εκεί», είπε ο Τσάρλι.
«Δεν είπα ότι θα πάμε», απάντησα γρήγορα.
Όλοι με κοίταξαν.
Ήξερα το βλέμμα τους. Ήταν το βλέμμα που έλεγε πως με γνώριζαν πολύ καλά. Ήταν η σιωπή που ακολουθούσε κάθε φορά που άρχιζα μια πρόταση με το “δεν λέω να κάνουμε κάτι, αλλά...”.
«Δεν θα πάμε», είπα ξανά. «Θα μάθουμε πρώτα τι είναι.»
Η Σούζι χαμογέλασε. Έβαλε το δάχτυλο στο καπάκι του βάζου και η Ντόροθι πήδηξε πάνω του με μια ακρίβεια που θα ζήλευε στρατιώτης.
«Αυτό ακούγεται πολύ σαν σχέδιο, Ντέρεκ.»
Και εκεί, μέσα στη ζέστη και στη μυρωδιά του λαδιού, γεννήθηκε ΤΟ Σχέδιο. Όχι ολόκληρο, όχι ακόμα. Ήταν μονάχα ένα κόκαλο θαμμένο σε ξερό χώμα. Μα είχαμε ήδη αρχίσει να σκάβουμε.
2. Ο άνθρωπος που δεν άκουγε τίποτα
Ο κύριος Πάρκερ έμενε τρία σπίτια παρακάτω από τον Τέιτ, σε μια μονοκατοικία τόσο χαμηλή που έμοιαζε να έχει κουραστεί και να είχε ξαπλώσει στο χώμα. Ήταν συνταξιούχος του εργοστασίου, χήρος, και, σύμφωνα με τη μητέρα μου, «άνθρωπος που δεν πρέπει να του δίνεις σημασία». Αυτό συνήθως σήμαινε ότι ήταν ο μόνος άνθρωπος στον δρόμο που άξιζε να του δώσεις σημασία.
Είχε χάσει την ακοή του εν μέρει από μια έκρηξη σε καμίνι, ή τουλάχιστον έτσι έλεγε. Κατά καιρούς άλλαζε την ιστορία: μια φορά ήταν έκρηξη, μια άλλη ένα τρένο, και μία τρίτη ένας καβγάς σε μπαρ με έναν άντρα που είχε χέρια σαν φτυάρια. Εμείς προτιμούσαμε την έκρηξη, επειδή έκανε τον κύριο Πάρκερ να ακούγεται σαν ήρωας και όχι σαν κάποιος που είχε χάσει από φτυάρια.
Πήγαμε το ίδιο βράδυ, λίγο πριν τις έντεκα. Εγώ και ο Τέιτ χτυπήσαμε την πόρτα. Οι υπόλοιποι έμειναν πίσω από τον φράχτη, επειδή, σύμφωνα με τον Μαρκ, «το να εμφανιστούν πέντε παιδιά στην πόρτα ενός παράξενου γέρου μοιάζει με αίρεση». Δεν είχε άδικο.
Ο κύριος Πάρκερ άνοιξε μετά το τρίτο χτύπημα. Φορούσε τιράντες πάνω από μια άσπρη φανέλα και κρατούσε ένα κουτάλι. Μας κοίταξε σαν να ήμασταν λογαριασμός που είχε καταφέρει να αποκτήσει πόδια.
«ΤΙ;» φώναξε.
Ο Τέιτ σήκωσε ένα χαρτί που είχαμε γράψει: *Μπορούμε να ακούσουμε το ραδιόφωνό σας στις 11:17;*
Ο γέρος διάβασε, έστρεψε το βλέμμα του στο ρολόι του τοίχου και μετά χαμογέλασε. Όχι ευγενικά. Σαν να ήξερε πως ήμασταν ήδη μπλεγμένοι.
Μας οδήγησε μέσα.
Το σπίτι του ήταν γεμάτο ραδιόφωνα. Στα ράφια, στο τραπέζι, στο πάτωμα, πάνω στο ψυγείο. Μικρά, μεγάλα, μαύρα, ασημένια, με σπασμένες κεραίες, με κουμπιά που έλειπαν. Ο αέρας μύριζε καφέ και παλιά καλώδια. Στον τοίχο υπήρχαν φωτογραφίες μιας γυναίκας με κοντά μαλλιά και ένα αγόρι που σε όλες τις εικόνες κρατούσε μια μπάλα του μπέιζμπολ.
«ΑΥΤΟ ΠΙΑΝΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ», είπε ο κύριος Πάρκερ και έδειξε ένα ραδιόφωνο στο περβάζι. «ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΟΣΑ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ.»
Δεν είχα καταλάβει αν αστειευόταν.
Στις έντεκα και δεκαέξι, ο Τέιτ κάθισε μπροστά στη συσκευή σαν ιερέας μπροστά σε βωμό. Ο κύριος Πάρκερ γύρισε ένα κουμπί. Από το ηχείο ξεχύθηκαν παράσιτα: ψίθυροι, σφυρίγματα, μια κομμένη διαφήμιση για στρώματα. Ύστερα, ακριβώς στις έντεκα και δεκαεπτά, ήρθε ο ήχος.
Τινγκ. Τινγκ. Τινγκ.
Παύση.
Τινγκ. Τινγκ.
Παύση.
Τινγκ. Τινγκ. Τινγκ.
Δεν ήταν χτύπημα κέρματος. Ήταν κάτι πιο καθαρό, πιο ψυχρό. Σαν μεταλλικό αντικείμενο να έπεφτε μέσα σε γυάλινο σωλήνα.
Και μετά ακούστηκε μια φωνή.
Ήταν τόσο χαμηλή που στην αρχή νόμισα πως την επινοούσα. Γυναικεία, χωρίς χρώμα, σαν να ερχόταν από πολύ μακριά.
«Δεκατρείς... δεκατρείς... δεκατρείς...»
Το σήμα κόπηκε.
Κανείς μας δεν μίλησε. Ακόμα και ο κύριος Πάρκερ στεκόταν ακίνητος, με το κουτάλι στον αέρα.
«ΤΟ ΑΚΟΥΣΑΤΕ;» ρώτησε.
Ο Τέιτ είχε ασπρίσει. «Ναι.»
Ο γέρος μας κοίταξε έναν-έναν. Όταν μίλησε ξανά, δεν φώναξε. Ίσως επειδή οι πραγματικά τρομακτικές κουβέντες δεν χρειάζονται ένταση.
«ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΑΚΟΥΩ ΝΑ ΜΙΛΑΕΙ.»
Η μητέρα του Τέιτ τον φώναξε από το παράθυρο πριν μπορέσουμε να τον ρωτήσουμε οτιδήποτε άλλο. Έτσι φύγαμε βιαστικά, αφήνοντας τον κύριο Πάρκερ να στέκεται μέσα στο σπίτι του με τα ραδιόφωνα και τις φωτογραφίες του.
Στον δρόμο, ο Τσάρλι βγήκε από τη σκιά του φράχτη.
«Είπε δεκατρείς;»
«Ναι», απάντησε η Σούζι.
«Δεν μ’ αρέσει αυτό.»
Ο Τσάρλι δεν έλεγε συχνά ότι δεν του άρεσε κάτι. Συνήθως, αν δεν του άρεσε, το έσπαγε, το έσπρωχνε ή το κοιτούσε μέχρι να αποφασίσει να φύγει από μόνο του. Το ότι χρησιμοποίησε λέξεις ήταν αρκετό για να κάνει τη Σούζι να κλείσει σφιχτά το βαζάκι με τους ψύλλους.
«Δεκατρείς τι;» ρώτησε ο Μαρκ.
Εκείνη τη στιγμή είδα τον λόφο. Από τον δρόμο του Τέιτ φαινόταν μονάχα ένα κομμάτι του, μαύρο ενάντια στον πιο μαύρο ουρανό. Στην κορυφή του, το αρχοντικό Μπέλαμι είχε ένα μοναδικό φως αναμμένο.
Στο τρίτο παράθυρο του επάνω ορόφου.
«Δεκατρία δωμάτια;» πρότεινε ο Τέιτ.
«Δεκατρείς άνθρωποι;» είπε η Σούζι.
Ο Μαρκ έφτυσε στο χώμα. «Δεκατρία εκατομμύρια δολάρια;»
«Το τελευταίο είναι πιο πιθανό να σε ενδιαφέρει», του είπα.
«Δεν είπα ότι δεν με ενδιαφέρουν τα άλλα.»
Δεν τους είπα τη δική μου σκέψη. Τη σκέψη που είχε περάσει σαν σκιά από το κεφάλι μου όταν ακούστηκε η φωνή.
Δεκατρείς μέρες.
Δεκατρείς μέρες μέχρι τη Γιορτή του Ιδρυτή, τη μοναδική μέρα του χρόνου που οι άνθρωποι του λόφου κατέβαιναν στην πόλη και προσποιούνταν πως τους άρεσε να τρώνε λουκάνικα δίπλα στους εργάτες του εργοστασίου. Δεκατρείς μέρες μέχρι να αδειάσουν οι δρόμοι εκεί πάνω.
Δεκατρείς μέρες μέχρι να μπορούσαμε να δούμε τι υπήρχε κάτω από το αρχοντικό Μπέλαμι.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου