The misfits - 5
Μέρος Γ — Το
δεύτερο Λούιβιλ
9. Κάτω από το υπόστεγο
Το πρωί μετά τον χάρτη ξημέρωσε όπως ξημερώνουν όλα τα πρωινά μετά από μια νύχτα που κανείς δεν πρέπει να πιστέψει: με ήλιο, γάλα στα δημητριακά και γονείς που ρωτούν γιατί έχεις χώμα στα παπούτσια σου.
Είπα στη μητέρα μου πως είχα παίξει μπάλα. Δεν έπαιζα μπάλα. Δεν είχα παίξει ποτέ μπάλα, εκτός από μία φορά στην τρίτη δημοτικού, όταν η μπάλα με χτύπησε στο πρόσωπο και το υπόλοιπο σχολείο αποφάσισε ότι ήταν το πιο αστείο γεγονός της χρονιάς. Η μητέρα μου με κοίταξε για λίγο, σαν να ήξερε ότι έλεγα ψέματα. Ύστερα γύρισε στο νεροχύτη και δεν είπε τίποτα.
Οι γονείς στο Λούιβιλ ήξεραν πότε τα παιδιά τους κρύβουν πράγματα. Απλώς είχαν μάθει, από κουρασμένη πείρα, ότι μερικές φορές είναι πιο τρομακτικό να ρωτήσεις.
Βρεθήκαμε στο υπόστεγο του Τέιτ το μεσημέρι. Ο κύριος Πάρκερ είχε έρθει πριν από εμάς. Καθόταν σε ένα καφάσι, με ένα θερμός δίπλα του και μια τσάντα εργαλείων στα πόδια. Έμοιαζε παράταιρος μέσα στην έδρα μας, αλλά όχι όσο περίμενα. Ίσως επειδή όλοι οι άνθρωποι που έχουν κρατήσει μυστικά για πολλά χρόνια μοιάζουν στο τέλος σαν να ανήκουν σε υπόστεγα.
Ο Τέιτ είχε ήδη μετακινήσει την υπερκονσόλα. Κάτω από το τραπέζι όπου καθόταν βρήκαμε μια λεπτή γραμμή στο τσιμεντένιο πάτωμα. Δεν την είχαμε προσέξει ποτέ, παρόλο που είχαμε χύσει πάνω της αναψυκτικά, είχαμε παλέψει, είχαμε κοιμηθεί και είχαμε χτίσει μια ανεπιτυχή ρουκέτα από σωλήνα ηλεκτρικής σκούπας. Η γραμμή σχημάτιζε τετράγωνο.
«Δεν είναι τσιμέντο», είπε ο Τέιτ. «Είναι καπάκι.»
Ο Μαρκ χαμογέλασε. «Επιτέλους, κάτι που έχει νόημα.»
Ο κύριος Πάρκερ έσκυψε. Έβγαλε από την τσάντα του ένα μικρό μεταλλικό εργαλείο, σαν λοστό που είχε αποφασίσει να γίνει κομψός. Το έχωσε σε μια χαραμάδα και πίεσε. Το πάτωμα αναστέναξε.
Κάτω από το τετράγωνο υπήρχε ένα παλιό σιδερένιο καπάκι με τον κομμένο κύκλο χαραγμένο επάνω του. Δεν είχε κλειδαριά. Είχε μονάχα μια τρύπα, ακριβώς στο μέγεθος του πλακιδίου 13.
Η Σούζι το είχε φέρει μαζί της κρεμασμένο σε ένα κορδόνι στον λαιμό. Το άγγιξε από συνήθεια, μα δεν το έβγαλε.
«Δεν το βάζουμε», είπε.
«Δεν είπαμε ότι θα το βάλουμε», απάντησα.
«Το πρόσωπό σου το είπε», είπε ο Τσάρλι.
Η Σούζι τον κοίταξε, κι εκείνος χαμογέλασε. Ήταν μικρό, σχεδόν αόρατο χαμόγελο, αλλά ήταν το πρώτο του από τη νύχτα στο αρχοντικό.
Ο κύριος Πάρκερ δεν γέλασε. «ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΜΒΟΣ. ΑΝ ΤΟ ΑΝΟΙΞΕΤΕ, ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΘΑ ΞΕΡΕΙ.»
«Το σύστημα ήδη ξέρει», είπε η Σούζι. «Είπε το όνομά μου.»
Ο γέρος την κοίταξε με λύπη. «ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ. ΘΥΜΑΤΑΙ.»
Η διαφορά δεν μου φάνηκε μεγάλη τότε. Χρόνια αργότερα, θα καταλάβαινα πως είναι ίσως η μεγαλύτερη διαφορά στον κόσμο. Κάτι που ξέρει μπορεί να κάνει λάθος. Κάτι που θυμάται, κρατάει και το λάθος και τον φόβο και τον τρόπο που ακούστηκε η φωνή σου όταν ήσουν μόνος.
Ο Τέιτ σύνδεσε δύο καλώδια στο καπάκι, χωρίς να το ανοίξει. Η αυτοσχέδια συσκευή του έβγαλε ένα τρεμάμενο πράσινο φως.
«Έχει ρεύμα», είπε.
«Μετά από τόσα χρόνια;» ρώτησε ο Μαρκ.
Ο Τέιτ έγνεψε αργά. «Όχι κανονικό ρεύμα. Παλμό. Σαν... σαν να αναπνέει.»
Κάτω από τα πόδια μας ακούστηκε ένα χαμηλό βουητό. Όχι δυνατό. Μόνο αρκετό για να το νιώσεις στα δόντια.
Και μέσα από το καπάκι, σαν να ερχόταν από ένα δωμάτιο πολύ μακριά, ακούστηκε η φωνή του πατέρα του Τέιτ.
«Μη μένεις ως αργά εκεί μέσα, αγόρι μου.»
Ο Τέιτ έκανε δύο βήματα πίσω.
Ο πατέρας του δεν ήταν σπίτι. Δούλευε στην άλλη άκρη της πολιτείας, σε συνεργείο φορτηγών, και θα γυρνούσε σε τρεις μέρες. Η φωνή όμως ήταν δική του. Όχι περίπου δική του. Ήταν ο τρόπος που έλεγε το “αγόρι μου” όταν νόμιζε πως κανείς δεν τον άκουγε.
Μετά ακούστηκε η φωνή της μητέρας του Τσάρλι.
«Δεν χρειάζεται να τους δείξεις τίποτα.»
Ο Τσάρλι άσπρισε.
Έπειτα η δική μου μητέρα, καθαρά σαν να στεκόταν πίσω μου.
«Ο Ντέρεκ θέλει πάντα να πηγαίνει πρώτος. Κάποια μέρα αυτό θα τον πονέσει.»
Το καπάκι έκλεισε μόνο του με έναν μεταλλικό κρότο.
Κανείς μας δεν μίλησε για ώρα.
10. Ο Τσάρλι και οι σωλήνες
Ο Τσάρλι έφυγε πρώτος. Όχι τρέχοντας. Ο Τσάρλι δεν έτρεχε από τίποτα. Απλώς πήρε το ποδήλατό του και άρχισε να κατεβαίνει τον δρόμο χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Τον βρήκαμε αργότερα στο παλιό συνεργείο του πατέρα του, πίσω από το σπίτι τους. Δεν ήταν ακριβώς συνεργείο. Ήταν μια τσιμεντένια αυλή με έναν πάγκο, ένα σπασμένο ψυγείο και έναν σωρό από σκουριασμένους σωλήνες. Εκεί είχε γυμναστεί ο Τσάρλι όλα αυτά τα χρόνια. Εκεί, όπως λέγαμε, είχε φτιάξει τα μπράτσα του.
Τον βρήκαμε να σηκώνει έναν σωλήνα πάνω από το κεφάλι του. Ξανά και ξανά. Ο ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του, αλλά δεν σταμάτησε όταν μας είδε.
«Άσ’ τον», είπε ο Μαρκ.
Η Σούζι όμως προχώρησε. Στάθηκε μπροστά του, τόσο κοντά ώστε αν κατέβαζε τον σωλήνα απρόσεκτα θα της χτυπούσε τα πόδια.
«Φτάνει», είπε.
Ο Τσάρλι δεν κατέβασε τον σωλήνα.
«Είπαν πως δεν χρειάζεται να δείξω τίποτα», είπε τελικά. «Κι όμως, χρειάστηκε.»
Δεν μιλούσε για το σύστημα. Μιλούσε για τα παιδιά στο σχολείο. Για τον Ρικ Ντόναλι και τους δύο φίλους του που τον έσπρωχναν στους διαδρόμους, που του έκρυβαν τα βιβλία, που τον έλεγαν τέρας επειδή ήταν πιο έξυπνος και πιο μεγάλος από εκείνους. Μιλούσε για εκείνη τη μέρα που ο Ρικ είχε φτύσει πάνω στην εργασία του για τη φυσική. Για τη μέρα που ο Τσάρλι είχε σπάσει το χέρι του Ρικ.
Δεν το είχε πει ποτέ έτσι. Η δική μας εκδοχή ήταν πως ο Ρικ “έπεσε άσχημα”. Η εκδοχή του σχολείου ήταν πως “δεν βρέθηκαν αρκετά στοιχεία”. Η εκδοχή του Τσάρλι ήταν η αλήθεια.
«Μετά δεν με πείραξε κανείς», είπε. «Κι ούτε εσάς. Οπότε το έκανα σωστά.»
Κανείς δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ο Μαρκ έσκυψε και κλώτσησε μια πέτρα. Ο Τέιτ κοίταζε τα χέρια του. Εγώ ήθελα να πω ότι δεν ήταν δίκαιο να κουβαλάει μόνος του αυτή την απόφαση, αλλά ήμουν ο άνθρωπος που είχε κάνει την παρέα να σέρνεται κάτω από φράχτες και να στέλνει ψύλλους σε σκοτεινά ανοίγματα. Δεν ήμουν ειδικός στις σωστές αποφάσεις.
Η Σούζι άγγιξε τον σωλήνα. «Το έκανες για να μας προστατέψεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε πόνεσε.»
Ο Τσάρλι την κοίταξε. Έπειτα κατέβασε αργά τον σωλήνα.
«Το σύστημα άκουσε τη μαμά μου», είπε. «Από τότε. Από πριν χρόνια.»
«Ναι», είπε ο Τέιτ. «Κι αν άκουσε, τότε αποθήκευσε. Δεν ξέρω πώς, αλλά... κάθε κόμβος ίσως κρατάει δονήσεις. Σαν κασέτα. Μόνο που η κασέτα είναι όλη η πόλη.»
«Και η φωνή της Σούζι;» ρώτησα.
Ο Τέιτ έβγαλε τα γυαλιά του και τα καθάρισε με την μπλούζα του. Το έκανε πάντα όταν δεν ήθελε να μας κοιτάξει.
«Δεν νομίζω ότι το σύστημα διάλεξε τη Σούζι. Νομίζω ότι κάτι άλλο το χρησιμοποιεί.»
Ο Μαρκ συνοφρυώθηκε. «Κάτι ζωντανό;»
«Δεν ξέρω.»
«Ξέρεις», είπε η Σούζι. «Απλώς δεν θέλεις να το πεις.»
Ο Τέιτ την κοίταξε επιτέλους. «Νομίζω πως είναι κάποιος εκεί κάτω.»
Η λέξη “κάποιος” έμεινε στην αυλή σαν βαρίδι.
Ο κύριος Πάρκερ είχε πει πως οι δεκατρείς εξαφανίστηκαν. Όχι ότι πέθαναν. Όχι ακριβώς. Κι εμείς είχαμε ακούσει παιδική φωνή πίσω από την καταπακτή.
Η Σούζι έσφιξε το κορδόνι στο λαιμό της.
«Τότε ο Κόμη δεν είναι μόνος.»
11. Η κυρία Έιβερι δεν ξεχνά
Η βιβλιοθήκη ήταν σχεδόν άδεια όταν μπήκαμε το ίδιο απόγευμα. Η κυρία Έιβερι μας περίμενε πίσω από το γραφείο της. Δεν χρειάστηκε να της πούμε γιατί ήρθαμε. Είδε τα πρόσωπά μας και έκλεισε την ταμπέλα που έγραφε *ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΗΣΥΧΙΑ*.
«Ελάτε», είπε.
Μας οδήγησε σε μια πόρτα που δεν είχα προσέξει ποτέ, πίσω από τα ράφια με τις εφημερίδες. Πίσω της υπήρχε ένα μικρό αρχείο, γεμάτο κουτιά και ντουλάπια. Μύριζε χαρτί, σκόνη και βροχή, παρόλο που έξω δεν είχε ούτε σύννεφο.
«Ο Χάρολντ Μπέλαμι ήταν ο θείος του πατέρα μου», είπε.
Κοιταχτήκαμε. Κάποιες πληροφορίες δεν χτυπούν αμέσως. Κάθονται στο κεφάλι σου και περιμένουν μέχρι να βρουν κάτι να σπάσουν.
«Ήσασταν... από τον λόφο;» ρώτησε ο Μαρκ.
Η κυρία Έιβερι χαμογέλασε δίχως ευχαρίστηση. «Γεννήθηκα εκεί. Δεν σημαίνει ότι μου ανήκε.»
Μας είπε ότι όταν ήταν μικρή, το αρχοντικό δεν ήταν σκοτεινό. Είχε πάρτι, επισκέπτες, μουσική στις βεράντες. Ο θείος Χάρολντ ήταν γοητευτικός μπροστά σε κόσμο και παγωμένος όταν έμενε μόνος με την οικογένεια. Μιλούσε διαρκώς για την πόλη σαν να ήταν μηχανή που του ανήκε και χρειαζόταν επιδιόρθωση.
«Έλεγε ότι οι άνθρωποι ψεύδονται με το στόμα, αλλά όχι με τα σπίτια τους. Τα σπίτια τρίζουν, οι σωλήνες μεταφέρουν φωνές, τα πατώματα κρατούν βήματα. Πίστευε ότι, αν μάθαινε να ακούει τα πάντα, θα ήξερε την αλήθεια για όλους.»
«Και τι έγινε στους δεκατρείς;» ρώτησε η Σούζι.
Η κυρία Έιβερι άνοιξε ένα κουτί. Μέσα υπήρχαν δεκατρία μικρά, ορειχάλκινα πλακίδια. Το καθένα είχε έναν αριθμό. Από το 1 έως το 12. Το 13 έλειπε.
«Η Έλεν Πάρκερ πήρε το τελευταίο», είπε. «Το έδωσε στον άντρα της, για να μην μπορέσει ο θείος μου να ολοκληρώσει τη διαδικασία.»
«Ποια διαδικασία;»
«Την αφύπνιση.»
Δεν μας άρεσε η λέξη. Φάνηκε στον τρόπο που ο Μαρκ ανακάθισε και ο Τσάρλι έβαλε τα χέρια στις τσέπες.
Η κυρία Έιβερι έβγαλε ένα κομμάτι διαφάνειας, παλιό σχέδιο. Έδειχνε έναν κυκλικό θάλαμο κάτω από το αρχοντικό. Γύρω του υπήρχαν δεκατρείς θέσεις, σαν ακτίνες τροχού. Στο κέντρο, μια λέξη: *ΑΝΤΗΧΕΙΟ*.
«Δεν ήταν μηχάνημα ηχογράφησης», είπε. «Ήταν μηχάνημα ανάκτησης. Ο θείος μου πίστευε ότι οι φωνές δεν χάνονται. Ότι μένουν στις επιφάνειες, στις σωληνώσεις, στο χώμα. Ήθελε να τις φέρει πίσω.»
«Τους νεκρούς;» ρώτησε ο Τέιτ.
«Τις αναμνήσεις τους. Ίσως νόμιζε ότι είναι το ίδιο πράγμα.»
Η κυρία Έιβερι έκατσε αργά στην καρέκλα της. Ξαφνικά έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη από όσο την είχαμε φανταστεί.
«Τη νύχτα της δοκιμής, οι δεκατρείς προσπάθησαν να το σταματήσουν. Άνοιξαν το Αντηχείο με τα πλακίδιά τους, για να σβήσουν τον πυρήνα. Κάτι συνέβη. Η πτέρυγα έκλεισε. Η Έλεν βγήκε μόνη για λίγα λεπτά. Έπειτα ξαναγύρισε μέσα, γιατί άκουσε τη φωνή της αδερφής της.»
«Και δεν ξαναβγήκε», είπα.
Η κυρία Έιβερι έγνεψε.
«Από τότε το σύστημα κοιμάται. Κάθε τόσο όμως, κάποιο παιδί στον λόφο άκουγε κάτι από τους σωλήνες. Μια φωνή. Ένα τραγούδι. Ποτέ δεν κρατούσε πολύ. Μέχρι τώρα.»
Ο Τέιτ κοίταξε το σχέδιο. «Γιατί τώρα;»
Η βιβλιοθηκάριος έδειξε προς το πλακίδιο 13 στο στήθος της Σούζι.
«Επειδή το τελευταίο κλειδί επέστρεψε.»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου