The misfits - 4
6. Το κορίτσι στο παράθυρο
Ο Μαρκ έφτασε πρώτος στο συμπέρασμα που όλοι σκεφτήκαμε.
«Κάποιος το έσπρωξε.»
Το είπε χωρίς τη συνηθισμένη του αυτοπεποίθηση. Μας άρεσε να λέμε ότι δεν πιστεύαμε σε φαντάσματα, γιατί αυτό είναι κάτι που λένε τα παιδιά όταν φοβούνται μήπως τα πιστεύουν. Αλλά ένα μεταλλικό πλακίδιο δεν κυλάει μέσα από γρίλια μόνο του. Και η κλωστή δεν σπάει μόνη της με τέτοιο τρόπο.
Η Σούζι έβαλε το πλακίδιο στην παλάμη της. Το κοίταξε σαν να της είχε προσβάλει κάποιον συγγενή.
«Θα τον βγάλουμε έξω», είπε.
«Ποιον;» ρώτησα.
«Τον Κόμη.»
«Δεν ξέρουμε αν είναι εκεί μέσα.»
Με κοίταξε. Δεν είχε δάκρυα, κι αυτό έκανε τα μάτια της πιο φωτεινά, πιο επικίνδυνα.
«Τον έστειλα εγώ.»
Δεν υπήρχε τίποτα έξυπνο που θα μπορούσα να πω. Η ιδέα ήταν δική μου. Το σχέδιο είχε ξεκινήσει από εμένα. Μπορούσα να παριστάνω τον αρχηγό όσο τα πράγματα ήταν χάρτες και ψίθυροι, αλλά τώρα είχε χαθεί κάτι δικό της μέσα στο σκοτάδι. Και η ευθύνη δεν ήταν πια μια λέξη που χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι.
Ο Τσάρλι έπιασε τη γρίλια από τις δυο πλευρές. «Θα την ανοίξω.»
«Όχι», είπε ο Τέιτ. «Αν είναι συνδεδεμένη με συναγερμό—»
Πριν τελειώσει την πρόταση, ακούστηκε ένας ήχος από το σπίτι. Μια πόρτα που έκλεισε στον επάνω όροφο.
Παγώσαμε.
Σήκωσα το βλέμμα. Στο τρίτο παράθυρο του επάνω ορόφου υπήρχε φως. Μπροστά του στεκόταν μια φιγούρα. Λεπτή, ακίνητη, με μακριά μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της. Δεν μπορούσα να διακρίνω πρόσωπο. Μόνο το χλωμό σχήμα του, στραμμένο ακριβώς προς το μέρος μας.
Η Σούζι το είδε κι εκείνη.
Η φιγούρα σήκωσε ένα χέρι.
Δεν χαιρέτησε.
Έδειξε προς τα αριστερά, προς το παλιό θερμοκήπιο που στεκόταν στην άκρη του κήπου. Έπειτα το φως έσβησε.
Ο Μαρκ ψιθύρισε μια βρισιά.
«Πάμε», είπα.
«Πού;» ρώτησε ο Τέιτ.
«Στο θερμοκήπιο.»
«Αυτό δεν ήταν “πάμε σπίτι”;» είπε ο Τσάρλι.
Ήθελα να πω ναι. Ήθελα, στ’ αλήθεια, να πω πως κάναμε αρκετά για ένα βράδυ και ότι κανείς λογικός δεν ακολουθεί σιωπηλές φιγούρες σε εγκαταλειμμένα θερμοκήπια. Μα είδα τη Σούζι να σφίγγει το πλακίδιο 13 και ήξερα πως δεν θα έφευγε. Κανείς μας δεν θα την άφηνε μόνη.
Το θερμοκήπιο είχε σπασμένες τζαμαρίες και σιδερένιο σκελετό, σαν το κουφάρι κάποιου τεράστιου ζώου. Μέσα υπήρχαν γλάστρες με ξερά χώματα, πεσμένα ράφια και ένα σιντριβάνι χωρίς νερό. Δεν υπήρχε κορίτσι. Δεν υπήρχε κανένας.
Υπήρχε όμως μια πόρτα στο πάτωμα.
Ήταν σχεδόν κρυμμένη από ένα ξεχαρβαλωμένο ξύλινο τραπέζι. Τετράγωνη, βαριά, από σίδερο. Στο κέντρο της είχε μια στρογγυλή υποδοχή.
Η Σούζι ακούμπησε το πλακίδιο 13 πάνω της.
Ταίριαζε.
Ο Τέιτ μας κοίταξε σαν να ήθελε να πει κάτι, αλλά δεν το είπε. Ο Μαρκ έβαλε το χέρι του στον μοχλό. Ο Τσάρλι στάθηκε πίσω του. Η Σούζι κρατούσε το πλακίδιο, χωρίς να το βάζει ακόμα στην υποδοχή.
«Αν το ανοίξουμε», είπε, «δεν είναι πια αναγνώριση.»
«Δεν ήταν ποτέ», απάντησα.
Αυτό ήταν ίσως το πρώτο ειλικρινές πράγμα που είπα εκείνο το βράδυ.
Η Σούζι έβαλε το πλακίδιο στη θέση του. Ακούστηκε ένα μηχανικό κλικ. Η πόρτα δεν άνοιξε, αλλά από κάτω της ξεχύθηκε αέρας με μυρωδιά σκόνης, υγρασίας και κάτι άλλο—κάτι σαν καμένο σύρμα.
Στο σκοτάδι, πολύ βαθιά κάτω από τα πόδια μας, άρχισε να παίζει μουσική.
Ήταν ένα τραγούδι από παλιό γραμμόφωνο. Δεν το αναγνώριζα, αλλά ακουγόταν χαρούμενο με τον τρόπο που ακούγονται τα πολύ παλιά χαρούμενα πράγματα: σαν να κρύβουν από κάτω τους κάτι που δεν μπόρεσαν ποτέ να πουν.
Και πάνω από τη μουσική, σχεδόν αμέσως, ακούσαμε μια φωνή παιδιού.
«Άργησες.»
7. Η ιστορία που ήξερε ο κύριος Πάρκερ
Τρέξαμε. Αυτό είναι το μόνο κομμάτι της ιστορίας στο οποίο θα είμαι υπερήφανος για την κοινή μας λογική. Δεν ανοίξαμε την πόρτα. Δεν κατεβήκαμε τις σκάλες που δεν είχαμε δει. Δεν απαντήσαμε στη φωνή. Τρέξαμε από το θερμοκήπιο, μέσα από τον κήπο, κάτω από τον φράχτη και ως τον πρώτο δρόμο όπου υπήρχε φανάρι.
Ο Μαρκ έχασε ένα παπούτσι. Ο Τέιτ έπεσε, σηκώθηκε και συνέχισε να τρέχει κρατώντας το ραδιόφωνο ψηλά σαν να είχε μόλις σώσει μωρό από φωτιά. Ο Τσάρλι κουβάλησε τη Σούζι για είκοσι περίπου μέτρα όταν εκείνη σκόνταψε. Αργότερα εκείνη του είπε πως δεν χρειαζόταν βοήθεια. Εκείνος της είπε πως το ήξερε. Ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Τσάρλι έδειχνε αγάπη: βοηθούσε χωρίς να κάνει τον άλλον να νιώσει αδύναμος.
Σταματήσαμε κάτω από το υπόστεγο του Τέιτ. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο ανασαίναμε. Η υπερκονσόλα, ξεχασμένη στην οθόνη τίτλου ενός παιχνιδιού, έριχνε μπλε φως στα πρόσωπά μας.
Τελικά η Σούζι άνοιξε την παλάμη της.
Το πλακίδιο 13 ήταν ακόμη εκεί.
«Πρέπει να πάμε στον Πάρκερ», είπε ο Τέιτ.
Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα, αλλά αυτό δεν είχε πια καμία σημασία. Ο κύριος Πάρκερ μάς άνοιξε πριν χτυπήσουμε. Στεκόταν στην πόρτα με τις τιράντες του και, για πρώτη φορά, δεν έμοιαζε καθόλου θυμωμένος που μας έβλεπε. Έμοιαζε κουρασμένος.
Μας έβαλε μέσα χωρίς λέξη. Πήγε στο ντουλάπι, έβγαλε ένα μπουκάλι λεμονάδα και πέντε ποτήρια. Δεν ήξερα αν έπρεπε να πίνεις λεμονάδα από άνθρωπο που είχε δεκάδες ραδιόφωνα στο σπίτι του και άκουγε πράγματα που δεν έπρεπε, αλλά τη δέχτηκα.
Ο Τέιτ έβαλε το πλακίδιο στο τραπέζι.
Ο κύριος Πάρκερ το είδε και το πρόσωπό του άλλαξε.
«ΠΟΥ ΤΟ ΒΡΗΚΑΤΕ;»
Αυτή τη φορά δεν φώναζε επειδή δεν άκουγε. Φώναζε επειδή φοβόταν.
Του τα είπαμε όλα. Όχι ακριβώς όλα. Δεν του είπαμε για τον τρόπο που περάσαμε τον φράχτη, επειδή ο Μαρκ μου πάτησε το πόδι κάτω από το τραπέζι κάθε φορά που πλησίαζα στο σημείο. Μα του είπαμε για τη γρίλια, τον Κόμη, τη φιγούρα στο παράθυρο, την καταπακτή και τη φωνή.
Όταν τελειώσαμε, ο κύριος Πάρκερ δεν μίλησε για ώρα. Πήγε στο ράφι πάνω από το ραδιόφωνο και κατέβασε μια φωτογραφία. Ήταν η ίδια γυναίκα που είχα δει στον τοίχο, μόνο που τώρα πρόσεξα πως φορούσε μια κονκάρδα με τον κομμένο κύκλο.
«Η ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ», είπε. «Η Έλεν. ΔΟΥΛΕΥΕ ΣΤΟ ΜΠΕΛΑΜΙ.»
Κοίταξα τη φωτογραφία. Η γυναίκα χαμογελούσε, αλλά το χαμόγελό της είχε εκείνη τη στενή προσοχή των ανθρώπων που σκέφτονται πολλά περισσότερα απ’ όσα λένε.
«Ήταν μία από τους δεκατρείς;» ρώτησε η Σούζι.
Ο γέρος έγνεψε.
«ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΤΥΧΗΜΑ. ΗΤΑΝ ΔΟΚΙΜΗ.»
Μας είπε πως ο Χάρολντ Μπέλαμι είχε φτιάξει ένα σύστημα επικοινωνίας που δεν χρειαζόταν τηλεφωνικές γραμμές. Υπόγεια καλώδια, παλιές σωληνώσεις, παλμοί χαμηλής συχνότητας. Μπορούσε να μεταφέρει σήματα σε όλη την πόλη, μέσα από το εργοστάσιο, τα σπίτια, ακόμη και τα φρεάτια του νερού. Στην αρχή το παρουσίαζε ως σύστημα ασφαλείας. Μετά, σύμφωνα με την Έλεν, άρχισε να κάνει κάτι διαφορετικό.
«ΤΙ;» ρώτησα.
Ο κύριος Πάρκερ κοίταξε τα ραδιόφωνα του σπιτιού του. «ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.»
Το είπε απλά, κι έτσι ακούστηκε χειρότερο.
Το σύστημα, μας εξήγησε με κομμένες λέξεις και πολλά διαλείμματα, έπιανε δονήσεις. Φωνές κοντά σε σωλήνες. Μηχανές. Βήματα. Καβγάδες σε σπίτια. Ο Μπέλαμι ήθελε να αποδείξει πως η πόλη μπορούσε να γίνει ένα τεράστιο αυτί. Οι δεκατρείς τεχνικοί είχαν αρχίσει να φοβούνται. Η Έλεν είχε προσπαθήσει να πάρει τα σχέδια και να τα παραδώσει σε εφημερίδα.
Τη νύχτα της δοκιμής, κάτι είχε πάει λάθος. Η υπόγεια πτέρυγα σφραγίστηκε. Δύο άνθρωποι βγήκαν τραυματισμένοι. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν από τους καταλόγους, από τις εφημερίδες, από τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι.
«Κι η γυναίκα σας;» ρώτησε ο Τσάρλι.
Ο κύριος Πάρκερ έπιασε τη φωτογραφία τόσο σφιχτά που τα δάχτυλά του άσπρισαν.
«ΓΥΡΙΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ. ΓΙΑ ΔΕΚΑ ΛΕΠΤΑ. ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΣΕ. ΕΙΧΕ ΧΩΜΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ. ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΚΑΣΕΤΑΚΙ ΚΑΙ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΑΚΟΥΣΩ ΠΟΤΕ.»
Ο Μαρκ έσκυψε μπροστά. «Το ακούσατε;»
Ο κύριος Πάρκερ γέλασε δίχως χαρά.
«ΦΥΣΙΚΑ. ΗΜΟΥΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΜΑΖΙ ΤΗΣ. ΚΑΙ ΗΜΟΥΝ ΗΛΙΘΙΟΣ.»
Τότε έβγαλε από το συρτάρι ένα μικρό κασετόφωνο. Το τοποθέτησε στο τραπέζι. Μέσα υπήρχε μια κασέτα, πάνω στην οποία κάποιος είχε γράψει με ξεθωριασμένο στυλό: *Μην ανοίξεις την πόρτα όταν θυμηθεί το όνομά σου.*
Η Σούζι έγειρε προς τα πίσω.
«Η πόρτα;»
Ο κύριος Πάρκερ έδειξε το πλακίδιο 13.
«ΚΑΘΕ ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΕΙΧΕ ΑΠΟ ΕΝΑ. Η ΠΟΡΤΑ ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΕ ΜΕ ΚΛΕΙΔΙΑ. ΑΝΟΙΓΕ ΜΕ ΣΗΜΑΤΑ. ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ.»
Το ρολόι στον τοίχο χτύπησε μία φορά. Μία το πρωί.
Και τότε το μικρό ραδιόφωνο του Τέιτ, κλειστό μέσα στο σακίδιό του, άρχισε να παίζει μόνο του.
Τινγκ. Τινγκ. Τινγκ.
Παύση.
Τινγκ. Τινγκ.
Παύση.
Μα αυτή τη φορά η φωνή δεν είπε δεκατρείς.
Είπε: «Σούζι.»
8. Ό,τι χρωστάς σε έναν φίλο
Δεν ξέρω αν η Σούζι φοβήθηκε. Αν φοβήθηκε, δεν μας το έδειξε. Σηκώθηκε τόσο απότομα, ώστε η καρέκλα της έπεσε πίσω με κρότο. Πήρε το σακίδιο του Τέιτ, το άνοιξε και έκλεισε το ραδιόφωνο με τα χέρια της. Ο ήχος σταμάτησε.
Για ένα λεπτό δεν ακούστηκε τίποτα, εκτός από την αναπνοή μας.
«Πώς ξέρει το όνομά μου;» ρώτησε.
Κανείς δεν απάντησε.
Ο κύριος Πάρκερ είχε χλωμιάσει. «ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΑΝΑΠΑΤΗΣΕΤΕ ΕΚΕΙ.»
«Ο Κόμη είναι εκεί», είπε η Σούζι.
«ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΨΥΛΛΟΣ.»
Η φράση βγήκε πιο σκληρή απ’ όσο μάλλον ήθελε. Η Σούζι τον κοίταξε, κι εγώ είδα πως ο γέρος το κατάλαβε αμέσως. Για εκείνον ήταν ένας ψύλλος. Για εκείνη ήταν ένα πλάσμα που είχε μάθει να εμπιστεύεται την παλάμη της. Δεν ήταν το μέγεθος που είχε σημασία. Ήταν το ότι τον είχε στείλει σε μέρος απ’ όπου δεν γύρισε.
Ο κύριος Πάρκερ χαμήλωσε το κεφάλι.
«ΣΥΓΓΝΩΜΗ», είπε. «ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΣΤΕΛΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΕ ΜΕΡΟΣ ΑΠ’ ΟΠΟΥ ΔΕΝ ΓΥΡΙΖΕΙ.»
Αυτό ήταν αρκετό για να κλείσει κάθε αστείο, κάθε αντίρρηση. Ο Μαρκ έστριψε το παπούτσι του στο πάτωμα. Ο Τσάρλι κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο Τέιτ, που συνήθως είχε μια θεωρία για τα πάντα, δεν έλεγε λέξη.
Εγώ κατάλαβα, με καθυστέρηση που με ντροπιάζει ακόμη, ότι ΤΟ Σχέδιο δεν ήταν πια δικό μου. Δεν μπορούσα να πω “σταματάμε” και να περιμένω να τελειώσουν όλα. Κάθε ένας μας είχε ήδη αφήσει κάτι στον λόφο: η Σούζι τον Κόμη, ο Τέιτ την ανάγκη του να εξηγήσει το ανεξήγητο, ο Μαρκ την περηφάνια του, ο Τσάρλι τη σιωπή του. Κι εγώ είχα αφήσει εκεί τη βεβαιότητα ότι οι ιδέες μου ήταν πάντα αστείες μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο.
«Δεν θα μπούμε από την καταπακτή», είπα.
Ο Μαρκ με κοίταξε δύσπιστα.
«Θα βρούμε τα σχέδια. Θα μάθουμε πού οδηγεί το σύστημα και γιατί ξέρει το όνομα της Σούζι. Μετά θα αποφασίσουμε.»
«Κι ο Κόμη;»
Κοίταξα τη Σούζι. «Θα τον βρούμε.»
Ο κύριος Πάρκερ γέλασε πάλι. Αυτή τη φορά δεν ήταν πικρό γέλιο. Ήταν το γέλιο ενός ανθρώπου που έχει δει την καταστροφή να πλησιάζει και αναγνωρίζει τα πρώτα της βήματα.
«ΑΝ ΠΑΤΕ», είπε, «ΤΟΤΕ ΘΑ ΠΑΩ ΚΙ ΕΓΩ.»
Ο Τσάρλι ανασήκωσε το φρύδι. «Είστε εβδομήντα.»
«ΕΞΗΝΤΑ ΟΚΤΩ.»
«Συγγνώμη.»
Ο γέρος έδειξε το κασετόφωνο. «ΚΙ ΕΓΩ ΕΧΩ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΔΑΤΕ.»
Άνοιξε το κάτω συρτάρι του γραφείου του. Από μέσα έβγαλε έναν διπλωμένο χάρτη, κιτρινισμένο στις άκρες. Όταν τον άπλωσε, κάλυψε όλο το τραπέζι. Δεν ήταν χάρτης του αρχοντικού. Ήταν χάρτης του Λούιβιλ.
Κάτω από τους δρόμους, με λεπτές μπλε γραμμές, απλωνόταν ένα δεύτερο Λούιβιλ. Σήραγγες. Σωληνώσεις. Κόμβοι. Κύκλοι κομμένοι από μια κάθετη γραμμή.
Μία γραμμή περνούσε κάτω από το αρχοντικό Μπέλαμι.
Μία κάτω από το εργοστάσιο.
Μία κάτω από τη βιβλιοθήκη.
Και μία—που σταμάτησε τα δάχτυλα του Τέιτ πάνω στο χαρτί—περνούσε ακριβώς κάτω από το υπόστεγο πίσω από το σπίτι του.
Ο κύριος Πάρκερ έσβησε τα φώτα του σαλονιού. Στο σκοτάδι, οι μπλε γραμμές του χάρτη έλαμψαν για μια στιγμή, σαν να τις είχε ξυπνήσει κάτι κάτω από τη γη.
«ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ», είπε, «ΔΕΝ ΕΣΒΗΣΕ ΠΟΤΕ.»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου