Το φως που τρεμοσβήνει - Μουσικές Ιστορίες#2


 

Η πρώτη ιστορία εμπνευσμένη από το δεύτερο τραγούδι του μουσικού μας κουτιού έρχεται από την Μαίρη του ΓΙΗΝΗ ΜΑΤΙΑ...


Το φως που τρεμοσβήνει




   Ήταν βράδυ, και η σκοτεινιά ακόμα και στα πιο ασήμαντα αντικείμενα χάριζε μια απόκοσμη θωριά. Πάντα όταν έπεφτε η νύχτα η Φαίη ένιωθε παράξενα, αλλόκοτα, και μια βιασύνη να περάσουν οι ώρες και να ξημερώσει. Η αχτίδα του φωτός της έδινε μια σιγουριά, της ενέπνεε ασφάλεια και ίσως και ένα αίσθημα ελπίδας πως κάτι νέο θα κάνει την παρθενική του εμφάνιση. Ωστόσο το πρωί απείχε ακόμα αρκετά, και το σκοτάδι είχε κυριαρχήσει παντού γύρω της.

   Απόψε ο καιρός ήταν ήπιος, και το παράθυρο ήταν λίγο ανοιχτό. Τόσο, ώστε ένα ελαφρύ αεράκι τρύπωνε και κουνούσε ανεπαίσθητα την ανάλαφρη κουρτίνα.

   Στάθηκε αναποφάσιστη στρέφοντας το βλέμμα της στο βιβλίο που είχε ακουμπισμένο στο τραπεζάκι με τη μεγάλη λάμπα, με ένα σελιδοδείκτη στη μέση του σχεδόν, που σημαίνει πως ήταν ένα βιβλίο που η ανάγνωση του βρισκόταν σε εξέλιξη. Αμφιταλαντεύτηκε για το πόσο την τραβούσε ο κόσμος του απόψε. Τελικά έστρεψε το βλέμμα στο παράθυρο και κινήθηκε προς το μπαλκόνι. Πριν βγει έριξε πάνω της μια ζακέτα, και δρασκέλισε το κατώφλι για να βγει στην βεράντα.

   Από κάτω ο κήπος έμοιαζε να κοιμάται ήσυχος, ίσα που ξεχώριζες τα σκοτεινά περιγράμματα των θάμνων και τους ακόμα πιο σκοτεινούς όγκους των δέντρων πέρα από τη μάντρα στο βάθος.

   Εντόπισε μέσα στη μαυρίλα του δάσους ένα φωτάκι που τρεμόπαιζε. Στην αρχή ήταν ακίνητο μα τώρα το έβλεπε να κινείται προς τα αριστερά. Προς εκείνη την κατεύθυνση ήταν τα βράχια που έφταναν κάτω χαμηλά μέχρι τη θάλασσα σχηματίζοντας από την αρχή τους μέχρι το τέλος τους έναν κακοτράχαλο και επικίνδυνο γκρεμό.

   Την ημέρα πολλές φορές είχε πάει βόλτα προς τα εκεί. Ποτέ όμως δεν πλησίαζε στην άκρια. Την τρόμαζε το ύψος και κοιτώντας κάτω από ψηλά νόμιζε πως κάτι την τραβούσε προς τη βάση των βράχων. Τώρα το φως φαινόταν να πηδάει από αυτόν ακριβώς τον γκρεμό και τα έχασε. Τι μπορεί να ήταν; Αναρωτήθηκε… Θα της φαινόταν παράξενο μέσα στη νύχτα κάποιος να έκανε βόλτα. Η περιοχή δεν είχε άλλους κατοίκους κοντά. Πέρα από εκείνο το πέτρινο κτίσμα μέσα στο δάσος που όμως ήταν εγκαταλελειμμένο και ο χρόνος του είχε αφήσει σημάδια στοιχειού, δεν υπήρχε τίποτα άλλο.

   Ο άντρας της ήθελε την ηρεμία του, γι’ αυτό και είχε ξετρελαθεί με το τοπίο, το σπίτι και το γύρω περιβάλλον. Στην αρχή όταν το αντίκρισε, ανατρίχιασε. Όμως μετά από αυτά που είχε περάσει ο Άγγελος, δεν ήθελε να του χαλάσει χατίρι. Αλήθεια… τι είχε περάσει…

   Όταν τον γνώρισε ήταν καπετάνιος σε πλοίο φορτηγό. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι την ημέρα του ναυαγίου. Σαν κεραυνός έμαθε πως το πλοίο του άντρα της βυθίστηκε και πως ο άντρας της αγνοείτο. Πέρασαν τρία χρόνια που θεωρούσε πως έπρεπε να κάνει κουράγιο και να ξεπεράσει το χαμό του άντρα της. Και πάνω που ετοιμαζόταν να θάψει την ελπίδα, ήρθε το μαντάτο πως είχε σωθεί, πως είχε καταφύγει σε ένα ερημονήσι, και πως έπειτα από τρία χρόνια, ένα γιοτ τον βρήκε και τον έφερε πίσω ανάμεσα στους ζωντανούς.

   Η αλήθεια είναι πως ήταν λίγο πιο απόμακρος από πριν, αλλά μετά από τόσα χρόνια που δεν ήξερε αν θα τον σώσει κάποιος φυσικό ήταν. Από την κατάθεση του μια και ήταν ο μόνος επιζών, άλλος ζωντανός δεν βρέθηκε, το πλοίο βγήκε εκτός πορείας από λάθος του νυχτερινού αντικαταστάτη του, και εκεί θολώνουν τα πράγματα. Από ό,τι κατόρθωσε να θυμηθεί ο Άγγελος μόνο εικασίες μπόρεσαν να γίνουν παρά να βγουν σαφή πορίσματα. Θυμόταν πως ξέσπασε ξαφνικά μια καταιγίδα η οποία και τον ξύπνησε. Ξεκίνησε για να πάει στην γέφυρα και ενόσω διένυε το κατάστρωμα ακούστηκε μια έκρηξη σαν κάτι να τους χτύπησε. Όλοι υπέθεσαν πως ίσως βρέθηκαν σε εχθρικά χωρικά ύδατα και κάποιο υποβρύχιο τους τορπίλισε. Όμως καμία χώρα δεν παραδέχθηκε κάτι τέτοιο. Ούτε μπόρεσε να τους εξηγήσει και ο ίδιος πως εκσφενδονίστηκε από τον κλυδωνισμό στο νερό, πόση ώρα έμεινε εκεί, τι ήταν αυτό που αρπάχτηκε και τον κράτησε στην επιφάνεια, ενώ έχανε τις αισθήσεις του, τι έγιναν όλοι οι υπόλοιποι που ήταν το πλήρωμα του πλοίου, ή τι έγινε το ίδιο το πλοίο που σίγουρα θα βυθίστηκε. Το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν πως από την αρχή ήξερε πως οι λέμβοι και τα σωσίβια δεν επαρκούσαν ούτε είχαν συντηρηθεί από την μαμά εταιρεία. Κι αυτός ήταν και ένας λόγος που η εταιρεία επέστρεψε τα χρήματα της ασφάλειας και η έρευνα σταμάτησε εκεί. Η θάλασσα τον ξέβρασε σε μια βραχονησίδα, που θαύμα πως μπόρεσε να επιζήσει, μέχρι να τον βρει το γιοτ που έκανε ταξίδι αναψυχής και πέρασε από την περιοχή.

   Αποφάσισε να μη κλωθογυρίζει το παρελθόν στο μυαλό της και να πάει για ύπνο. Το πρωί στο τραπέζι του πρωινού, ο Άγγελος διάβαζε εφημερίδα κι εκείνη σιγόπινε τον καφέ της μασουλώντας μια φρυγανιά με μέλι. Οι κουβέντες τους δεν ήταν συχνές. Και όταν ο άντρας της έφευγε για επαγγελματικό ραντεβού μια και τώρα το επάγγελμα του ήταν ασφαλιστής, και μάλιστα πετυχημένος, εκείνη ασχολούταν με το σπίτι, το διάβασμα και κανέναν περίπατο με το σκύλο. Φίλους δεν είχαν, γείτονες δεν είχαν, και οι άμεσοι συγγενείς τους είχαν πεθάνει. Μοναχοπαίδια και οι δύο δεν είχαν παρά μόνο ο ένας τον άλλον.

   Αυτή η μοναξιά όμως ένα χρόνο τώρα, είχε επηρεάσει και τα νεύρα της και τον ύπνο της. Είχε ανήσυχα όνειρα, άκουγε μόνο εκείνη παράξενους θορύβους, και όταν βράδιαζε αισθανόταν  πέρα για πέρα ανασφαλής.

   Απόψε πάλι την έβγαλε στο μπαλκόνι. Κι εκεί που καλόπιανε τη νύχτα σε μια επιθυμία της να εξοικειωθεί με το σκοτάδι, φάνηκε πάλι το κινούμενο φωτάκι μέσα στα δέντρα. Και πάλι είχε την ίδια κατεύθυνση. Το πρωί αποφάσισε να κάνει βόλτα μέχρι το γκρεμό. Όταν έφτασε εκεί, δεν την υποδέχτηκε παρά μόνο ο αγέρας που της ανέμιζε τα μαλλιά, και ο αχός των κυμάτων που χτυπούσαν τα βράχια, ιεροτελεστία του καθημερινού καβγά τους.

   Τρίτη βραδιά και πάλι είδε το φως. Το πρωί ο Άγγελος της ανακοίνωσε πως θα έλειπε σε ταξίδι επαγγελματικό για μία εβδομάδα. Πρώτη φορά θα έλειπε τόσο πολύ. Προσπάθησε να μάθει το λόγο του ταξιδιού, μα η μόνη απάντηση που πήρε ήταν πως αν κατόρθωνε να κλείσει αυτό το συμβόλαιο αυτό θα σήμαινε πολλά κέρδη για τους ίδιους.

   Το ίδιο απόγευμα η Φαίη, αποφάσισε να βγει βόλτα. Απόφαση θαρραλέα να αποτινάξει την απραξία από τη ζωή της. Ενστικτωδώς άνοιξε το συρτάρι και έβαλε το μικρό όπλο της στην τσέπη. Πήρε και το τόξο της το αγαπημένο, χόμπυ στο οποίο εδώ στην ερημιά είχε γίνει εξπέρ, πήρε και τον Κομάντο, το σκύλο τους και ξεκίνησε. Τα βήματα της την οδήγησαν βαθιά στο δάσος. Άρχισε ήδη να σουρουπώνει και ο σκύλος που περπατούσε δίπλα της κουνώντας την ουρά του στην αγαπημένη κυρά του, ήταν μια παρηγοριά. Αυτή την εποχή το σκοτάδι δεν άργησε να σκεπάσει τα πάντα, όταν η Φαίη έφτασε στα χαλάσματα του πέτρινου σπιτιού. Ο σκύλος της γρύλισε σιγανά κι εκείνη του έδωσε γρήγορα εντολή να σωπάσει. Ευλόγησε την επιμονή της για την επαγγελματική εκπαίδευση του σκύλου της που τόσα χρόνια δεν την παράκουε πουθενά, εξ ου και το όνομα του. Περίμενε πως θα συναντούσε την ερημιά, αλλά αντί αυτού είδε ανεπαίσθητο φως να κινείται μέσα στα πέτρινα χαλάσματα. Χωρίς να ξέρει γιατί, πιο πολύ από ένστικτο κρύφτηκε τραβώντας και το σκυλί μαζί της πίσω από μια συστάδα θάμνου, που την έκρυψε αλλά δεν της εμπόδιζε τη θέα. Ήταν σίγουρη πως σύντομα θα είχε απάντηση για το φως που έβλεπε τα προηγούμενα βράδια.

   Τρεις άντρες με φανάρια, βγήκαν από τα χαλάσματα, κρατώντας ένα σάκο στο ένα χέρι και ένα φανάρι στο άλλο. Περπατούσαν δίπλα δίπλα έτσι τα τρία φανάρια αν τα έβλεπε κανείς από μακριά θα τα περνούσε για ένα κινούμενο φως που τρεμόσβηνε. Ποιοι ήταν αυτοί οι άντρες; Τι έκαναν εκεί τέτοια ώρα και κάθε βράδυ όπως φαίνεται; Τι κουβαλούσαν και που πήγαιναν;

   Τους άφησε να απομακρυνθούν λίγο και έπειτα τους ακολούθησε. Μπορούσε να τους ακολουθήσει όσο την κάλυπταν τα δέντρα και κινιόταν αθόρυβα όσο γινόταν αποφεύγοντας τα μεγάλα βήματα. Με το χέρι της καθησύχαζε το σκύλο που λες και καταλάβαινε πως έπρεπε να κάνει ησυχία δεν έβγαζε ούτε γρύλλισμα.

   Κρυμμένη στα τελευταία δέντρα, δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν οι άντρες στο χείλος του γκρεμού, όμως φαίνονταν πως κάτι περίμεναν. Σε λίγο, μυστήριο πώς, άρχισαν να κατεβαίνουν ένας – ένας, τον επικίνδυνο γκρεμό. Έτσι εξηγείτο πως εξαφανιζόταν το φως. Όταν χάθηκαν από τα μάτια της, έδωσε εντολή στον Κομάντο να την περιμένει εκεί, και εκείνη κινήθηκε προς την άκρη του γκρεμού. Έπρεπε να λύσει αυτό το μυστήριο. Πού έκρυβε μέσα της το ξαφνικό αστυνομικό δαιμόνιο που την κατέκλυζε, δεν ήταν ώρα να το αναλύσει, ούτε καν να το συνειδητοποιήσει.

   Οι τρεις άντρες κατέβαιναν προς τα κάτω από βράχο σε βράχο, με τρόπο που έδειχνε εξοικείωση, με αυτή την ενέργεια, και πράγμα παράξενο η Φαίη είδε να τους περιμένει σε ένα σημείο κάτι σαν μηχανική τορπίλη, σαν μικρό υποβρύχιο, ανοιγμένο από πάνω με κάποιο τρόπο. Οι σάκοι τοποθετήθηκαν γρήγορα μέσα, και το καπάκι έκλεισε. Ύστερα οι τρεις άντρες την έστρεψαν με τη μύτη προς τη θάλασσα, και με κάποιο χειριστήριο μια μικρή έλικα πήρε μπροστά. Γρήγορα η αυτόματη τορπίλη μπήκε στο νερό με κατεύθυνση ένα πλοίο στα ανοικτά που αναβόσβηνε ένα φως σαν σινιάλο προς την ακτή.

   "Είδες όσα ήθελες να δεις;’’ Μια σκληρή φωνή ακούστηκε από πίσω της. Στράφηκε έντρομη, για να αντικρίσει μπροστά της τον Άγγελο, τον άντρα της που υποτίθεται πως βρισκόταν αλλού, χιλιόμετρα μακριά προσπαθώντας να κλείσει ασφαλιστικά συμβόλαια.

   ‘’Άγγελε, τι κάνεις εδώ;’’

   ‘’Εγώ δικαίως βρίσκομαι εδώ, εσύ τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις; Ποιος σου είπε να χωθείς εκεί που δεν σε αφορούν. Πήγαινε στο σπίτι Φαίη και ξέχνα τι είδες, και ποιον είδες, για να μην έχουμε άσχημη κατάληξη.’’

   ‘’Τι άσχημη κατάληξη θα μπορούσαμε να έχουμε δηλαδή; Γιατί έχω την αίσθηση πως με απειλείς με κάποιον τρόπο; Δεν νομίζεις πως μου χρωστάς εξηγήσεις;’’

   ‘’Δεν ξέρεις τίποτα για μένα. Όλα μου τα χρόνια κρεμόμουν από τα λεφτά των γονιών σου. Και άλλωστε αυτός ήταν και ο λόγος που σε παντρεύτηκα. Σαν καπετάνιος μπορούσα να ανοίξω τους ορίζοντες μου και να επεκταθώ σε τομείς που δεν το φαντάζεσαι πόσο προσοδοφόροι είναι. Μα να ξέρεις δεν έχω ενδοιασμούς. Αυτούς τους έχω θάψει χρόνια πριν. Όταν έμαθα πως το πλοίο θα πέρναγε από έλεγχο μόλις έπιανε λιμάνι, δεν άργησα να ειδοποιήσω τους συνεργάτες μου να πάρουν το τεράστιο εμπόρευμα όπλων και ναρκωτικών που κουβαλούσα, και να βυθίσω το πλοίο αύτανδρο. Νομίζεις πως τώρα που μας ανακάλυψες θα κωλώσω σε κάτι; Χαρά μου θα είναι να ξεφορτωθώ επιτέλους την αντιπαθέστατη σύζυγο που ποτέ δεν ήθελα.’’

   ‘’Γιατί γύρισες; Γιατί δεν καθόσουν εξαφανισμένος;’’

   ‘’Γιατί σαν σύζυγος σου δεν θα χρειαζόταν να ζω κρυμμένος, θα είχα πιο πολλές απολαβές ζώντας κάπου που θα έστηνα το αρχηγείο μου, και θα είχα και την εικόνα του ευυπόληπτου. Η καταγωγή σου ήταν το μόνο καλό που με ενδιέφερε.’’

   Το χέρι του σηκώθηκε και κρατώντας ένα όπλο της είπε να προχωρήσει προς τον γκρεμό. Ήταν ολοφάνερη η πρόθεση του. Αυτό που δεν ήταν ολοφάνερο, ήταν πως το πτώμα του Άγγελου σε λίγο ήταν πεταμένο στα βράχια, ενώ ένας σκύλος έδειχνε την αφοσίωση του στην αγαπημένη του κυρά που μόλις είχε σώσει.

Σχόλια

  1. Να και η πρώτη ιστορία. Περίμενα τη δική σου Γιώργο αλλά η Μαίρη δραστήρια και πανέτοιμη να μας καταπλήξει.
    Ώστε μούτρο ο καπετάνιος!! Τι έπαθε η γυναίκα, τι άντρας της έτυχε. Και το περιβάλλον όπως το περιγράφεις Μαίρη μου, ζωντανεύει εμπρός μου και με ανατριχιάζει.
    Και ο σκύλος υπέροχος...Δικαιοσύνη! Αυτό αποδόθηκε και το χάρηκα Μαίρη μου
    Μπράβο σου
    Γράφω και τη δική μου την τελειώνω για να τη στείλω
    Φιλιά πολλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άννα μας έφαγε στη στροφή η Μαίρη. Πανέτοιμη και δραστήρια μας παρουσίασε μια πανέμορφη ιστορία. Μπράβο της.

      Διαγραφή
  2. Ευχαριστώ παιδιά για τα καλά σας λόγια. Τον σκύλο τον λάτρεψα κι εγώ! Και τι λένε; Όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μάλιστα αγαπητή μας Μαίρη! Και θρίλερ λοιπόν κυρία μου! Και τι θρίλερ! Ατμοσφαιρικό, σκοτεινό, ανατρεπτικό εντελώς. Οι περιγραφές του χώρου, το σκοτάδι, το φως που τρεμοπαίζει. Το μονοπάτι στο δάσος. Αλλά και το μεγάλο ένοχο μυστικό του Άγγελου.
    Πολύ δυνατό διήγημα αγαπημένη μου φίλη. Και τέλος σκληρό αλλά δίκαιο. Πόσα πράγματα τελικά μπορούν να κρύβουν οι άνθρωποι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τι να κάνω η γυναίκα με εσάς που έμπλεξα! Θα χορέψω τι φταίω κι εγώ που μου αρέσει;

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Τα καλύτερα