Το τελευταίο μυστικό δείπνο





Το τραπέζι είχε στηθεί και στρωθεί, οι σερβιτόροι περίμεναν τους καλεσμένους και ο αρχηγός ετοίμαζε με αγωνία τον λόγο του. Τον έλουζε κρύος ιδρώτας μη τυχόν ανακαλύψει κανείς παρείσακτος τον τόπο συνάντησης, του είχε πάρει πολύ καιρό για να τον βρει.
  Άλλωστε σήμερα επρόκειτο για μία μεγάλη μέρα, μία μέρα καθοριστικών αποφάσεων. Ο λόγος του έπρεπε να είναι τέλειος από κάθε άποψη. Το ρολόι έδειχνε 85:02, σε μερικά λεπτά θα εμφανίζονταν οι πρώτοι καλεσμένοι, ίσως και όλοι. Συντόνισε τις κεραίες του ορθά, όπως αρμόζει, ίσιωσε το κοστούμι του και πέρασε στην μεγάλη σάλα. Τα καλώδια και οι πλακέτες είχα στολιστεί επαρκώς, τα σερβίτσια είχαν μπει στην θέση τους.
  Όταν ακούστηκε το γύρισμα απ' το μεγάλο καντράν του ρολογιού άρχισαν να καταφτάνουν και οι πρώτοι καλεσμένοι. Σε μόλις ελάχιστα δευτερόλεπτα άρχισαν να προσέρχονται και οι υπόλοιποι και ένα υπόκωφο βουητό άρχισε να δημιουργείτε. Είχαν έρθει σχεδόν όλοι, ο αρχηγός το κατάλαβε απ' τις κενές θέσεις και υπέθεσε πως οι άμοιροι θα είχαν πέσει θύματα τις απειλής.
  Ιπτάμενοι και μη, οικογένειες και αιωνόβιοι, όλοι είχαν μαζευτεί. Οι σερβιτόροι είχαν αρχίσει ήδη να σερβίρουν το πρώτο πιάτο, μια υπέροχη βρωμερή σούπα. Ούτε μια ρουφηξιά όμως δεν ακούστηκε, όλοι κοίταζαν τον αρχηγό. Εκείνος κάθισε, έβαλε ένα καθαρό πανί μπροστά του και έχωσε το κεφάλι του μέσα στο σκεύος με την βρωμερή σούπα. Όλοι μαζί τότε άρχισαν να επαναλαμβάνουν την κίνηση του αρχηγού και ένα μακρόσυρτο, ενιαίο, και χρονοβόρο ρούφηγμα απλώθηκε στον χώρο.
  Όταν και ο τελευταίος ήχος ρουφήγματος σταμάτησε είχε φτάσει η ώρα των σερβιτόρων να σερβίρουν το κυρίως πιάτο. Τα μεγάλα κυρτά χάρτινα σκεύη άρχισαν να γεμίζουν το τραπέζι, όλα γεμάτα με τα πιο εξαίσια ψίχουλα και τα πιο εύγευστα κομματάκια κρέατος. Ο αρχηγός το γνώριζε πως πρέπει να μιλήσει τώρα, πριν φάνε. Γνώριζε πολύ καλά το είδος του και ήξερε πως άμα έπεφταν με τα μούτρα στο φαγητό σίγουρα οι περισσότεροι θα ροχάλιζαν. Είχε έρθει η ώρα του λοιπόν. Ίσιωσε τις κεραίες του, ανασυγκρότησε τις σκέψεις του και χτυπώντας τα δύο μεσαία πόδια του σηκώθηκε φουριόζος. Όρθιος όπως ήταν, όμως, άρχισε να κομπιάζει. Οι πάντες τον κοίταζαν με απορία και εκνευρισμό. Οι ιπτάμενοι χτύπαγαν τα φτερά τους και οι επιδαπέδιοι άρχισαν να τρίβουν και τα έξι τους πόδια συγχρόνως από ανυπομονησία.
  Ο αρχηγός, αφού καθάρισε τον μικρό του λαιμό, άρχισε να μιλάει περνώντας το βλέμμα του από όλους τους παρευρισκόμενους.
  «Σύντροφοι μου ευχαριστώ που ήρθατε στο κάλεσμα μου. Θα είμαι σύντομος. Τα πράγματα στο σπιτικό μας έχουν αγριέψει. Επί καθημερινής βάσεως είμαστε αναγκασμένοι να αποφεύγουμε δελεαστικές παγίδες και ασφυξιογόνες γωνίες, χωρίς σε όλα αυτά να παραλείψω και τον καθημερινό επικείμενο κίνδυνο του ποδοπατήματος. Πρέπει συνεχώς να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και τις κεραίες μας συντονισμένες. Επίσης το φαγητό έχει γίνει δυσεύρετο και αυτή η αηδιαστική μυρωδιά καθαριότητας προκαλεί σε πολλούς αλλεργίες».
  «Και τι προτείνεις αρχηγέ;» είπε το ανώτατο μέλος της ιπτάμενης φρουράς. «Έχουμε δοκιμάσει κάθε είδος εκφοβισμού. Όμως δεν είναι όπως παλιά. Τότε, ιδιαίτερα οι γυναίκες, τσίριζαν γεμίζοντας μας ευχαρίστηση και που και που από τον φόβο τους χάνανε και την μπουκιά τους, προσφέροντας σε εμάς και τις οικογένειες μας μερικά λουκούλλεια γεύματα».
  «Καλά τα λες», πετάχτηκε με κορδωμένες τις κεραίες του ο λοχίας της επιδαπέδιας μεραρχίας. «Τώρα πλέον κανείς δεν μας φοβάται. Έχουν αναπτύξει πολλούς ανορθόδοξους τρόπους εξόντωσης μας».
  «Ηρεμήστε σας παρακαλώ, για αυτό τον λόγο μαζευτήκαμε όλοι εδώ σήμερα», είπε ο αρχηγός και συνέχισε, «έχω καταστρώσει ένα πολύ καταχθόνιο σχέδιο ώστε να μας αδειάσουν την γωνιά αυτοί οι πανούργοι ρατσιστές. Αν δεν μπορούν να συνυπάρξουν μαζί μας φιλικά τότε θα υποστούν τις συνέπειες της υπεροχής μας. Δεν μας έχουν ονομάσει άδικα αθάνατο και επιβιώσιμο είδος».
  Οι πάντες άρχισαν να ζητωκραυγάζουν με πάθος και ενθουσιασμό. Το καντράν του ρολογιού εκείνη την στιγμή γύρισε και έδειχνε 00:22.
  Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε, τα παιδιά μπούκαραν στο σπίτι γελώντας και έτρεξαν στο τραπέζι ανοίγοντας την τηλεόραση, σε λίγο θα ξεκίναγε η αγαπημένη τους παιδική ταινία. Η μάνα τους πέρασε μέσα αφήνοντας πάνω στην καρέκλα τις σακούλες με τα ψώνια, έβγαλε τα παπούτσια της και ξεκίνησε να τα τακτοποιεί.
  Όλοι αυτοί οι θόρυβοι διέκοψαν τις ζητωκραυγές και τους πανηγυρισμούς.
  «Αρχηγέ είμαστε ασφαλής εδώ;»
  «Ναι, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, το μέρος το σκέφτηκα πολύ καλά. Είναι αργά, κανείς τους δεν τρώει τέτοια ώρα», τους καθησύχασε ο αρχηγός. «Ας φάμε τώρα το πλούσιο γεύμα μας και ύστερα θα σας αναλύσω το σχέδιο μου».
 Οι πάντες άρχισαν τότε να πιάνουν με τα πόδια τους τα θεσπέσια ψίχουλα και να τρώνε με ευχαρίστηση. Ο αρχηγός άρχισε και αυτός να τρώει με μια βαθιά ικανοποίηση αφού τα πάντα είχαν εξελιχθεί σωστά.
  «Είναι ώρα να πάτε για ύπνο. Κλείστε την τηλεόραση και πηγαίνετε να πλύνετε τα δόντια σας», είπε η μητέρα στα παιδιά της.
  «Μαμά σε παρακαλούμε, άλλο λίγο θέλει για να τελειώσει η ταινία», ικέτεψαν με μια φωνή τα παιδιά.
  Η μάνα τους συμφώνησε σιωπηλά, δεν μπορούσε να τους χαλάσει εύκολα χατήρι.
  «Θα μας φτιάξεις κακάο;», φώναξαν πάλι με μια φωνή τα παιδιά.
  Η μάνα τους πήγε στην κουζίνα και άναψε το μάτι.
Εκείνη την στιγμή τα όμορφα επιμελημένα καλώδια και οι πλακέτες άρχισαν να θερμαίνονται. Οι επιπτώσεις ήταν ακαριαίες. Όπως ήταν πάνω στο φαγητό και απροετοίμαστοι δεν είχαν τον απαραίτητο χρόνο για να αποδράσουν από αυτήν την μηχανοηλεκτρική κόλαση.
  Καθώς η μητέρα των παιδιών έβαζε το μπρίκι στο μάτι της κουζίνας άκουσε μικρά σκασίματα που ερχόντουσαν απ' το εσωτερικό της συσκευής. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ενσωματωμένο μηχανικό ρολόι της κουζίνας. Εκείνη την στιγμή δεκάδες κατσαρίδες έσκαγαν από την υψηλή θερμοκρασία σχηματίζοντας ένα σιχαμερό γκράφιτι πάνω στο πλαστικό κάλυμμα του ρολογιού.
  «Τι κρίμα», είπε η μάνα των παιδιών, «όλες αυτές οι παλιοκατσαρίδες μου χαλάσαν το ρολόι. Μα τι άραγε σκάρωναν εκεί  μέσα;» αναρωτήθηκε και σέρβιρε στα παιδιά της τις δύο ζεστές και πεντανόστιμες κούπες κακάο μαζί με δύο μπισκότα που σίγουρα θα αφήναν κάποια ψίχουλα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις