Writing abnormalities



Μια ξαφνική ριπή ανέμου τον σήκωσε από το κρεβάτι του απότομα. Ο καιρός κατά την διάρκεια της νύχτας είχε αλλάξει προς το χειρότερο, μαύρα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και παρ' όλο που ήταν πρωί έμοιαζε σαν νύχτα. Σηκώθηκε με ρίγη σε όλο του το κορμί και πήγε να κλείσει το παράθυρο. Ένιωθε αναστατωμένος και μπερδεμένος. Τους τελευταίους τρεις μήνες προσπαθούσε να τελειώσει το βιβλίο του, βρισκόταν πολύ κοντά όμως κάτι πολύ περίεργα σημάδια χαλούσαν την ορμή του. Τα όνειρα του είχαν γίνει πολύ ζωντανά και όλα είχαν σχέση με τα πράγματα που έγραφε. Κάποιοι αυτό θα το θεωρούσαν φυσιολογικό, να σε συνεπάρει υπερβολικά μια ιδέα, όχι όμως και αυτός. Τα όνειρα του ορισμένες φορές τον ακολουθούσαν και στον ξύπνιο του ή και το αντίθετο, σε σημείο μάλιστα που να τον αποτρελαίνουν. Είχε προσπαθήσει τα πάντα, απ' το να παρατήσει ολοσχερώς το βιβλίο ως και να προσπαθήσει να διακόψει τον ύπνο του, με ποικίλους τρόπους. Όλα μάταια όμως.
Το βιβλίο του είχε θέμα δέκα αποτρόπαιες δολοφονίες οι οποίες είχαν γίνει με μια περίεργη ιεροτελεστία, χωρίς όμως κανένα ίχνος, και δύο ντετέκτιβ με ιδιαίτερες ικανότητες να  έχουν αναλάβει την εξιχνίαση της περίεργης υπόθεσης. Κατά την διάρκεια του βιβλίου και οι δύο είχαν καταφέρει να βρουν πολύτιμα στοιχεία που τους οδηγούσαν στην πιθανή λύση, όμως δεν είχαν βρει κανέναν ύποπτο ακόμα.
Σ' εκείνο το σημείο ξεκίνησαν και τα προβλήματα. Στα τελευταία δύο κεφάλαια το πληκτρολόγιο του υπολογιστή του απέκτησε τρομερές ιδιότητες. Ότι έγραφε το έβλεπε να εκτελείτε σε πραγματικό χρόνο μπροστά του. Όλη η πλοκή των τελευταίων κεφαλαίων τον είχε στοιχειώσει. Στον ύπνο του έβλεπε συνεχώς τον δολοφόνο να τον απειλεί με θάνατο αν αποκάλυπτε την ταυτότητα του. Στον ξύπνιο του έβλεπε τους δύο ντετέκτιβ να τον παρακαλάνε να αποκαλύψει τον δολοφόνο ώστε να μην αποτρελαθούν στο τέλος. Το μόνο που είχαν καταφέρει και οι δύο όμως ήταν να αποτρελάνουν τον ίδιο. Έπρεπε να το τελειώσει ώστε να μην τον βασανίζει, όμως ένιωθε έναν πρωτόγνωρο φόβο βαθιά μέσα του. Σίγουρα θα είχε πάθει βαθιά εμμονή και παράνοια με το έργο του που ζητούσε απεγνωσμένα ελευθερία.
Μην έχοντας άλλη επιλογή, με το που έκλεισε το παράθυρο και απομόνωσε το τσουχτερό κρύο έξω, πήρε την πιο βολική του καρέκλα και κάθισε μπροστά από την βασανιστική οθόνη του υπολογιστή του. Έκανε μια γρήγορη ανασκόπηση των όσων είχε γράψει ως εκείνη την στιγμή. Βρισκόταν πολύ κοντά στο τέλος. Οι δύο ντετέκτιβ είχαν βρει ένα πολύτιμο στοιχείο για την ταυτότητα του δολοφόνου που τους οδήγησε σε ένα βρωμερό αδιέξοδο με μια μοναδική πόρτα. Άρχισε να γράφει. Καθώς πληκτρολογούσε και έκανε μια ρεαλιστική περιγραφή του χώρου περίεργες μυρωδιές άρχισαν να αναδίδονται στο δωμάτιο, μυρωδιές υπονόμου. Πλέον ήταν πολύ καταρρακωμένος για να δώσει και την παραμικρή σημασία, ήθελε απλά να τελειώσει το καταραμένο βιβλίο του. Ήπιε μια γερή δόση καφέ και συνέχισε να πληκτρολογεί αδιάκοπα. Οι δύο ντετέκτιβ είχαν προχωρήσει με θάρρος προς το τέρμα του τρομερού αδιέξοδου και τώρα βρισκόντουσαν μπροστά απ' την πόρτα που ίσως και να τους χώριζε από τον δολοφόνο που αναζητούσαν, για κακή τους τύχη όμως ήταν κλειδωμένη. Με τις περίφημες ιδιότητες που τους είχε χαρίσει με το πληκτρολόγιο του παραβίασαν την κλειδωμένη πόρτα και εκείνη άνοιξε διάπλατα με ένα αχνό τρίξιμο. Την ίδια στιγμή και σχεδόν συγχρόνως άκουσε να ανοίγει και μες στο σπίτι του μια πόρτα με το ίδιο ενοχλητικό τρίξιμο. Και πάλι όμως συνέχισε να γράφει, πλέον βρισκόταν πολύ κοντά στο αποκορύφωμα.
Οι τελευταίες αράδες γραφτήκαν σχεδόν αυτόματα. Πληκτρολογούσε ανηλεώς χωρίς να δίνει σημασία στους περίεργους ήχους και φωνές που άκουγε ανά διαστήματα. Είχε το κεφάλι του μόνιμα κλειδωμένο στο ύψος της οθόνης του μη θέλοντας να δει τις παραισθήσεις που γεννούσε η φαντασία του. Οι δύο ντετέκτιβ κατάφεραν όντως να βρουν τον δολοφόνο την ίδια στιγμή που ήταν έτοιμος να εκτελέσει ένα  ακόμη ιεροτελεστικό φονικό. Κατάφεραν να τον τραυματίσουν καθώς εκείνος προσπαθούσε να τους επιτεθεί βάναυσα με έναν μπαλτά στο χέρι. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στην ηλεκτρική καρέκλα όπως του άξιζε. Οι δύο ντετέκτιβ είχαν μείνει στην ιστορία και έγινα τοπικοί ήρωες. Όχι και το καλύτερο τελείωμα, παρόλα αυτά ήταν ένα τελείωμα. Πληκτρολόγησε με ευχαρίστηση το τέλος, αύριο θα το έστελνε στον εκδότη του. Σήκωσε το κεφάλι του μετά από πολύ ώρα, τα πάντα ήταν όπως πρώτα, κανονικά. Ένιωσε μια τρομερή αγαλλίαση, επιτέλους θα κοιμόταν ήσυχος. Έσωσε το κείμενο του και σηκώθηκε απ' το τραπέζι. Έξω είχε ήδη ξημερώσει όμως ο ίδιος ένιωθε τρομερά καταβεβλημένος, ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι του και να αφεθεί στα γλυκά χέρια του Μορφέα.
Καθώς πήγαινε προς το κρεβάτι του άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα. Δεν έδωσε σημασία, όποιος και αν ήταν ας έφευγε σκέφτηκε, δεν είχε καμία όρεξη να συναναστραφεί με κανέναν. Το χτύπημα στην πόρτα όμως συνεχίστηκε, πιο έντονο και συνεχές. Τρομοκρατήθηκε μη θέλοντας να πιστέψει πως τα περίεργα οράματα είχαν συνέχεια. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα και την άνοιξε. Μπροστά του εμφανίστηκε ο δολοφόνος από τις σελίδες του βιβλίου του. Το κεφάλι του ακόμα έβγαζε καπνούς από το κάψιμο που είχε επιφέρει η ηλεκτρική καρέκλα. Τον κοίταξε με το πιο βλοσυρό βλέμμα και του είπε με μια απόκοσμη φωνή πως είχε έρθει για να ολοκληρώσει την απειλή του, ο ίδιος είχε μείνει στήλη άλατος. Ο δολοφόνος ύψωσε το χέρι του στο οποίο κρατούσε τον μπαλτά και το οδήγησε με μανία στο κεφάλι του βασανισμένου συγγραφέα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις