Το χρονικό του χάους





Δευτέρα 17 Νοέμβρη 2021


Κάτι περίεργοι ηλεκτρονικοί θόρυβοι με ξύπνησαν από τον λήθαργο που κατά πάσα πιθανότητα είχα πέσει. Όταν άνοιξα τα μάτια μου όλα ήταν θολά, το κεφάλι μου πόναγε υπερβολικά και τα μάτια μου έτσουζαν. Μία διάφανη μεμβράνη εμπόδιζε την όραση μου και καθώς πήγα να σηκωθώ το κεφάλι μου χτύπησε πάνω της, υπέθεσα τότε πως αυτό μπροστά μου είναι κάποιο είδος πόρτας. Πήγα να την ανοίξω μα μου ήταν πολύ δύσκολο, μου φάνηκε λες και σήκωνα κάποια βαριά πέτρα. Πανικοβλήθηκα ήταν η αλήθεια, όμως προσπάθησα να ανασυγκροτήσω τις δυνάμεις μου έτσι ώστε να βγω έξω επιτέλους. Μετά από αρκετή ώρα και πολλά κιλά ιδρώτα τα κατάφερα. Η όραση μου ήδη είχε αρχίσει να επανέρχεται στα φυσιολογικά επίπεδα. Κοίταξα αχόρταγα γύρω μου, προσπαθούσα να αφομοιώσω τον χώρο που βρισκόμουν. Είδα το περίεργο αλουμινένιο και ηλεκτρονικό φέρετρο στο οποίο βρισκόμουν, μία φωτεινή οθόνη ακόμα έδειχνε τις ζωτικές μου ενδείξεις. Την κοίταξα γεμάτος περιέργεια. Στην κορυφή της οθόνης εμφανιζόταν η ημερομηνία και η ώρα. Είδα πως ήταν 17 Νοέμβρη του 2021, 8:00 το πρωί. Όλες οι σωματικές μου ενδείξεις ήταν θετικές, το αναγνώρισα από το έντονο πράσινο φως που τις περίβαλλε. Ακριβώς από κάτω, μέσα σ' ένα πλαίσιο, αναβόσβηνε ένα κείμενο που έγραφε πως τα ποσοστά ραδιενέργειας στο σώμα μου ήταν μηδαμινά. Έπιασα το κεφάλι μου, τα μηλίγγια μου πονάγανε, ήταν έτοιμα να σπάσουν. Δε θυμόμουν τίποτα και αυτές οι μπούρδες που διάβαζα δεν βοηθάγανε την κατάσταση, θα προτιμούσα μία οθόνη που να μπορεί να μου δώσει πιο καίριες απαντήσεις.
Με μικρά βήματα προχώρησα προς την πόρτα που χώριζε το δωμάτιο που βρισκόμουν με τον υπόλοιπο χώρο. Τα πόδια μου σε κάθε τους βήμα πόναγαν, μάλλον από την ακινησία, αν και δεν ήξερα για πόσο καιρό βρισκόμουν ξαπλωμένος σε εκείνο το αλουμινένιο φέρετρο. Όταν κάποια στιγμή έφτασα στην πόρτα και την άνοιξα, με το ζόρι συγκράτησα τον εαυτό μου για να μην αρχίσω να ουρλιάζω. Μπροστά στα μάτια μου είχε απλωθεί το απόλυτο χάος, πίσω από την πόρτα δεν υπήρχε καμιά συνέχεια του κτιρίου, πάλι καλά που τα πόδια μου δεν ήταν ικανά για μεγάλα βήματα γιατί σίγουρα θα είχα πέσει στο κενό. Τα πάντα γύρω μου ήταν διαλυμένα και μόνο κάποια ίχνη από δρόμους και κτίρια μαρτυρούσαν πως κάποτε σ' αυτό ακριβώς το σημείο υπήρχε μια πόλη. Αυτή τη στιγμή όμως τα πάντα ήταν νεκρά. Τα πάντα ήταν ισοπεδωμένα και κανένα ίχνος ζωής δεν φαινόταν. Ξαναπήγα μέσα, δεν έβρισκα κανένα λόγο να κοιτάω το απόλυτο κενό από εδώ, ήθελα να πάω έξω, όσο τρομακτικό και αν φαινόταν.
Η κανονική λειτουργεία των ποδιών μου είχε ήδη αποκατασταθεί και έτσι το περπάτημα μου έγινε πιο εύκολο, παρόλα αυτά συνέχιζα να προχωράω προσεκτικά μιας και δεν γνώριζα τι μπορεί να συναντήσω. Το κτίριο που βρισκόμουν φαινόταν πως κάποια εποχή θα έπρεπε να ήταν δαιδαλώδες. Τώρα όμως τα πάντα ήταν διαλυμένα, τα πατώματα και οι γύρω τοίχοι είχαν κυρτώσει και παραμορφωθεί και σε ορισμένα σημεία του ταβανιού πελώριες τρύπες άφηναν να μπει μέσα στο κτίριο το αρρωστημένο θόλο φως που κάλυπτε τον έξω κόσμο. Φτάνοντας κάποια στιγμή έξω όλες μου οι αισθήσεις και τα αμυντικά συστήματα του οργανισμού μου ενεργοποιήθηκαν, προσπαθούσαν να προσαρμόσουν το σώμα μου στα καινούργια δεδομένα. Η ατμόσφαιρα ήταν περίεργη, πολύ πυκνή και μία περίεργη μυρωδιά πλανιόταν. Τα μάτια μου είχαν αρχίσει να δακρύζουν έντονα και ανέπνεα με δυσκολία. Είχα πέσει στα γόνατα και με τρομοκρατημένες, γρήγορες κοφτές αναπνοές προσπαθούσα να συνέλθω. Όλη αυτή η προσπάθεια με είχε καθηλώσει στο ίδιο σημείο καθιστώντας αδύνατη την πρόσβαση στο εσωτερικό χώρο, όχι δηλαδή πως θα έκανε την διαφορά, όμως εκείνη την ώρα κάθε λογική σκέψη με είχε εγκαταλείψει. Για καλή μου τύχη όλο μου το σώμα επανήλθε σε φυσιολογικούς ρυθμούς και έτσι άρχισα να περπατάω στους έρημους δρόμους. Καθώς προχώραγα ανάμεσα από σκόνες, τέφρες, διαλυμένα αμάξια και κατεστραμμένα κτίρια ένα βάρος άρχισε να μου κατακλύζει την καρδιά και να μου βαραίνει τους ώμους. Ένιωθα αβοήθητος, και μόνος κυριολεκτικά, μπροστά σ' αυτή την τρομοκρατική κενότητα του χάους που απλώνονταν μπροστά μου. Με την ψυχολογία μου χάλια και το κορμί μου ημισακατεμένο κινούμουν ανάμεσα στα ερείπια με μία απρόσιτη ελπίδα στο κεφάλι μου πως ανά πάσα στιγμή θα έβρισκα κάποιον στο διάβα μου. Κάποιον που θα μπορούσε να μου εξηγήσει τι στο διάολο είχε συμβεί εδώ και που είχαν εξαφανιστεί όλοι.


Τρίτη 17 Νοέμβρη 2022


Σήμερα πέρασε ακριβώς ένας χρόνος, σήμερα χάραξα στον ξεθωριασμένο τοίχο την τελευταία γραμμή του έτους. Πέρασα έναν καταραμένο χρόνο μέσα σ' αυτήν την έρημη κόλαση. Προσπάθησα, όπως έκανα και κάθε μέρα, να κάνω έναν απολογισμό στο κεφάλι μου, πιο πολύ για να μην τρελαθώ τελείως. Το μοναδικό θετικό που μου είχε τύχει ήταν αυτό το κατάλυμα, το πιο ολοκληρωμένο που είχε απομείνει σ' αυτόν τον τόπο. Αν δεν ήταν και αυτό θα βρισκόμουν εκτεθειμένος στα περίεργα καιρικά φαινόμενα που μάστιζαν την περιοχή. Από όξινη βροχή μέχρι και παγετώνες.
Έβαλα την γούνινη προβιά που είχα φτιάξει, την φόρεσα έβαλα και τις γούνινες μπότες μου και βγήκα έξω. Είχα βρει κάποια ρετάλια γούνας στα γειτονικά ερείπια κατά τις περιπλανήσεις μου, ήμουν σίγουρος πως κανένας δε θα τα χρειαζόταν πλέον και έτσι τα πήρα. Με κάποιο τρόπο κατάφερα να τα συρράψω φτιάχνοντας αυτήν την σωτήρια προβιά. Για κάποιο λόγο οι δεξιότητες μου, όποιες και αν ήταν αυτές, είχαν επιστρέψει. Μόνο αυτές όμως μιας και η μνήμη μου ακόμα δεν έλεγε να επανέρθει. Κάποιες σκόρπιες εικόνες μόνο του εαυτού μου με μια περίεργη λευκή στολή να μιλάω χωρίς κανέναν ήχο, μόνο αυτό, τίποτα άλλο, είχε καταντήσει εκνευριστικό.
Έξω για μια ακόμη φορά η γούνινη προβιά φάνηκε χρήσιμη μιας και το κρύο ήταν τσουχτερό. Έβγαλα από την τσάντα των εφοδίων ένα πέτρινο σημειωματάριο. Πάνω είχα χαράξει τα μέρη τα οποία είχα επισκεφτεί και δεν είχα βρει τίποτα, έτσι ώστε κάθε φορά να εξερευνώ ένα καινούργιο μέρος. Πριν ξεκινήσω συμβουλεύτηκα τις σημειώσεις μου για να δω που ακριβώς θα πήγαινα σήμερα. Πήρα μια βαθιά ανάσα ώστε να αναπτερώσω το ηθικό μου και ξεκίνησα να προχωράω προς τον βορά.
Ύστερα από κάμποση ώρα έφτασα στο σημείο που έπρεπε. Το σκηνικό και εδώ παρέμενε ίδιο, χωρίς την παραμικρή διαφορά. Προχώραγα απογοητευμένος για μια ακόμη φορά ανάμεσα στα χαλάσματα με την ελπίδα μου να σβήνει σε κάθε βήμα που έκανα. Κάποια στιγμή ο δρόμος που ακολουθούσα με έβγαλε σε ένα αδιέξοδο. Το όλο σκηνικό άλλαξε άρδην μιας και δεν φαινόταν η καταστροφή που είχε προκληθεί στα κτίρια. Οι περιβαλλόμενοι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με αφίσες! Ποιος άραγε να τις είχε βάλει τόσο επιμελώς εκεί και που ήταν τώρα;
Απανωτά ερωτήματα αναδύθηκαν στο μυαλό μου και άρχισα να φωνάζω αν ήταν κανείς εκεί. Σαν μοναδική απάντηση ήρθε μόνο η ηχώ της ίδιας μου της φωνής. Περπάτησα διστακτικά προς το τέλος του αδιέξοδου παρατηρώντας με προσοχή τις αφίσες. Σε όλες υπήρχαν μόνο φωτογραφίες, χωρίς κανένα κείμενο από κάτω ή δίπλα. Όλες οι φωτογραφίες απεικόνιζαν το ίδιο πράγμα: δέκα άντρες με λευκές στολές. Μου θύμισε έντονα το απόκομμα της μνήμης μου στην οποία εμφανιζόμουν με λευκή στολή, ίδια με αυτή που αντίκριζα τώρα στις αφίσες. Καθώς έφτανα όμως προς το τέλος οι φωτογραφίες άρχισαν να αλλάζουν. Τα πρόσωπα των αντρών σε κάθε φωτογραφία φαινόντουσαν όλο και πιο παραμορφωμένα. Η τελευταία αφίσα στο τέλος του δρόμου ήταν η μοναδική που είχε και φωτογραφία και κείμενο. Σ' αυτήν φαινόντουσαν πλέον και οι δέκα άντρες τελείως παραμορφωμένοι, σχεδόν σαν ανθρώπους με λιωμένο πρόσωπο. Από κάτω υπήρχε ένα σύντομο κείμενο το οποίο αχνοφαίνονταν. Πλησίασα για να μπορέσω να το διαβάσω πιο εύκολα.
'' Ιδού οι δέκα που θα μας έσωναν. Ιδού οι δέκα που μας καταστρέψανε. Όποιος τους βρει να τους σκοτώσει, δεν πρέπει να υπάρχουν.''
Καθώς διάβαζα το κείμενο οι τρίχες όλου μου του κορμιού είχαν σηκωθεί. Ποιοι ήταν αυτοί και ποιοι τους κυνηγούσαν αναρωτήθηκα. Όλο αυτόν τον χρόνο που πέρασε δεν μπόρεσα να βρω κανένα ίχνος ζωής, ούτε ένα αναθεματισμένο σκυλί, και τώρα αυτό. Τα αισθήματα μου διαδέχονταν αστραπιαία το ένα το άλλο. Ένα περίεργο σύμπλεγμα οργής, απόγνωσης και απελπισίας. Όλα μου έμοιαζαν μάταια. Πολλές φορές κατά την περίοδο του περασμένου χρόνου είχα φλερτάρει με την ιδέα της αυτοκτονίας και τώρα αυτή η ιδέα γινόταν όλο και πιο έντονη, όλο και πιο θελκτική. Παρόλα αυτά προσπάθησα, για μια ακόμη φορά, να ανασυγκροτήσω τις δυνάμεις μου και να συνεχίσω. Δεν γνώριζα για πόσο ακόμη θα μπορούσα να το κάνω αυτό, ο ψυχολογικός κλοιός μέρα με την μέρα έκλεινε όλο και πιο πολύ και γινόταν όλο και πιο αβάσταχτος, και τώρα αυτά τα νέα δεδομένα είχαν πέσει σαν κοτρόνα επάνω μου.


Τετάρτη 17 Νοέμβρη 2023


Άλλος ένας αναθεματισμένος χρόνος πέρασε σ' αυτήν την άγονη κόλαση. Άλλη μία χαραγμένη γραμμή στον ξεθωριασμένο τοίχο σηματοδοτούσε το τέλος της χρονιάς και το ξεκίνημα μιας νέας. Η μνήμη μου ως συνήθως ήταν στα ίδια επίπεδα. Κάτι αναλαμπές που και που οι οποίες δεν βγάζανε κανένα απολύτως νόημα.
Σήμερα, παρ' όλη την απογοήτευση μου καθώς σκάλιζα στον τοίχο την γραμμή, αισθανόμουν και κάπως χαρούμενα. Την προηγούμενη μέρα, καθώς περιπλανιόμουν στο τέταρτο τεταρτημόριο του νότιου τμήματος, βρήκα ανάμεσα σε κάτι παλιά χαρτιά έναν χάρτη. Στην αρχή δεν θέλησα να του δώσω σημασία όμως το χαρτί του έμοιαζε σχεδόν καινούργιο. Όταν τον έπιασα στα χέρια μου και τον άνοιξα είδα πως πρόκειται για έναν χάρτη της περιοχής που βρισκόμουν. Ήταν ακριβώς ίδιος με αυτόν που με κόπο σκάλιζα στο πέτρινο σημειωματάριό μου. Ήταν σχεδιασμένος με μαύρο και πράσινο μολύβι. Με μαύρο ήταν σχεδιασμένη όλη η καταστραμμένη περιοχή που κάλυπτε σχεδόν όλον τον χάρτη. Με το πράσινο μολύβι είχε σχεδιαστεί μία μικρή περιοχή η οποία βρισκόταν στο κέντρο του τέταρτου τεταρτημόριου του ανατολικού τμήματος. Πάνω από την σχεδιασμένη πράσινη περιοχή έγραφε με κεφαλαία γράμματα ''ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗ''. Αυτό μου ήταν αρκετό για να ξεκινήσω την διαδρομή μου προς τα εκεί. Φόρεσα την γούνινη προβιά μου και έβαλα στον σάκο μου κάποιες ρίζες που είχα βρει ως φαγώσιμα, πήρα μια βαθιά ανάσα για να αναπτερώσω το ηθικό μου, όπως πάντα, και ξεκίνησα προς την αναζήτηση της ασφαλούς περιοχής.
Κατά την διάρκεια του περασμένου χρόνου είχα επινοήσει ένα πρόχειρο σύστημα για την ώρα, είχα ορίσει πως για κάθε εξήντα βήματα που έκανα θα πέρναγε και μία ώρα. Έτσι 240 βήματα μετά έφτασα στην πράσινη περιοχή του χάρτη που είχα βρει. Έβλεπα πελώρια μεταλλικά κιγκλιδώματα να υψώνονται αρκετά ψηλά από το έδαφος. Αυτά δημιουργούσαν έναν κυκλικό χώρο, τουλάχιστον ως εκεί που μπορούσα να δω. Το όλο σκηνικό φάνταζε απειλητικό, μου θύμιζε φυλακή και όχι κάποια ασφαλή περιοχή. Άρχισα να περπατάω κατά μήκος του τεράστιου κιγκλιδώματος, προσπαθώντας να εντοπίσω κάποια πόρτα ή κάποιο άνοιγμα. Μετά από λίγα βήματα βρήκα κάποια φύλλα τα οποία ήταν επιμελώς τοποθετημένα στο έδαφος. Έσκυψα και τα παραμέρισα, από κάτω βρήκα ένα σκαμμένο λαγούμι και ήμουν σίγουρος πως έβγαζε στον μέσα χώρο. Ξεκίνησα να έρπομε μέσα στο λαγούμι και ύστερα από λίγο βγήκα από την άλλη μεριά του κιγκλιδώματος. Ξεσκόνισα τα ρούχα μου και κοίταξα γύρω μου. Το τοπίο εδώ ήταν ζωντανό και πράσινο. Τσίμπησα το μάγουλό μου καθώς νόμιζα πως ονειρευόμουνα, το μόνο που κατάφερα όμως ήταν να πονέσω.
Μπροστά μου ξεκινούσε ένα πυκνό δάσος και μπήκα μέσα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Για πρώτη φορά μετά από δύο χρόνια άκουγα τιτιβίσματα πουλιών, στα αυτιά μου ερχόντουσαν ως αιθέριες μελωδίες. Ζουμεροί καρποί κρέμονταν από τα δέντρα. Με μεγάλη χαρά έκοψα ένα και άρχισα να το τρώω με βουλιμία. Μετά από αυτό το σοκ που προκλήθηκε στο στομάχι μου έκοψα ακόμα έναν και ύστερα έναν ακόμη. Όταν χόρτασα συνέχισα την διάσχιση του δάσους. Όσο πιο βαθιά προχώραγα το δάσος γινόταν όλο και πιο πυκνό. Από το πουθενά άρχισα να ακούω κάποιες φωνές οι οποίες με πλησίαζαν. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν όμως ήταν αρκετές για να με τρομοκρατήσουν. Άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη μεριά, από εκεί που είχα ξεκινήσει. Οι φωνές με ακολουθούσαν.
Καθώς έτρεχα έριχνα και κλεφτές ματιές προς τα πίσω μήπως καταφέρω να δω τι ακριβώς με ακολουθούσε με τόση μανία. Τότε τους είδα. Δέκα ασπροντυμένες φιγούρες έτρεχαν ξοπίσω μου ουρλιάζοντας ένα όνομα συνέχεια. Άρχισα να επιταχύνω όμως ο διασκελισμός τους ήταν πιο μεγάλος και έτσι με έφτασαν με ευκολία. Και οι δέκα έπεσαν επάνω μου και με έριξαν στο χώμα. Ήταν τα ίδια άτομα που είχα δει στις τοιχοκολλημένες αφίσες ακριβώς έναν χρόνο πριν. Τα λιωμένα τους πρόσωπα ήταν καλυμμένα με επιδέσμους. Ένας εξ' αυτών, μάλλον ο αρχηγός τους με πλησίασε και έφερε το πρόσωπό του μία σπιθαμή μακριά από το δικό μου.
«Επιτέλους σε βρήκαμε μετά από τόσα χρόνια», μου είπε με σπασμένη φωνή η οποία μετά βίας έβγαινε από το στόμα του. Πήγα να πω κάτι όμως έκλεισε το στόμα μου με το χέρι του.
«Αυτή την φορά δε θα την γλυτώσεις, θα πληρώσεις για ότι έκανες και για το πως μας κατάντησες.»
Έβλεπα τρομοκρατημένος χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι, μιας και ήμουν εγκλωβισμένος κάτω στο χώμα, έναν ακόμη από αυτούς να με πλησιάζει από την πίσω μεριά. Γονάτισε από πάνω μου, με κοίταξε και με τα χέρια του σήκωσε πάνω από το κεφάλι μου μια μεγάλη πέτρα.


Παρασκευή 17 Νοέμβρη 2018   


Απόψε στο δελτίο ειδήσεων των 20:00 θα γινόταν σε ζωντανή μετάδοση η αναγγελία του αρχηγού του κράτους. Ύστερα από μήνες σιγής είχε φτάσει επιτέλους η ώρα, ήταν έτοιμοι. Ο αρχηγός και το επιτελείο των έμπειρων επιστημόνων είχαν αναλάβει μεγάλο ρίσκο με το να κρατήσουν τον κόσμο απληροφόρητο τόσο στις εφημερίδες όσο και στην τηλεόραση, για δικό τους καλό όπως έλεγε συνεχώς. Ο ίδιος βέβαια ως μεγάλη νυφίτσα που ήταν είχε κανονίσει εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση ενδεχόμενου λάθους, αν φυσικά προλάβαινε.
Η ανακοίνωση ήταν φυσικά λιτή και απόλυτα περιεκτική. Μίλησε για τον επικίνδυνο ραδιενεργό ιό που είχε δημιουργηθεί, πριν επτά μήνες, ως βιολογικό όπλο στα εργαστήρια της Ουκρανίας και πως αυτός είχε εξαπλωθεί, κατά λάθος όπως νόμιζαν στην αρχή. Το όπλο αυτό θα ήταν μόνο η αρχή του τέλους μιας και θα κατέστρεφε τον οποιοδήποτε ζωντανό οργανισμό. Ακόμα πληροφόρησε τον κόσμο πως όλους αυτούς τους μήνες έμπειροι επιστήμονες είχαν αναλάβει το δύσκολο έργο απομόνωσης και καταπολέμησης του ιού. Έντεκα επιστήμονες, πέντε Έλληνες, πέντε Γερμανοί και ένας Ρώσος, είχαν αναλάβει αυτό το δύσκολο εγχείρημα.
Στο κεντρικό βιολογικό εργαστήριο του κράτους οι επιστήμονες, στηριζόμενοι στην δομή ενός μικρού δείγματος του ιού, ήταν πλέον πολύ κοντά στην εύρεση της λύσης. Μία προσθήκη είχε έρθει από το πουθενά τους τελευταίους δύο μήνες, ένας επιστήμονας από την Ρωσία είχε κάνει εντελώς απροσδόκητα την εμφάνισή του και προστέθηκε στο ήδη ετερόκλητο τιμ. Οι καχυποψίες μεταξύ των υπολοίπων ήταν έντονες, όμως οι συστάσεις που ακολουθούσαν τον Ρώσο επιστήμονα δε σήκωναν ουδεμία αμφισβήτηση προς το πρόσωπο του.
Όσο πέρναγε ο καιρός όμως η συμπεριφορά του Ρώσου επιστήμονα γινόταν όλο και πιο αλλόκοτη. Είχε αρχίσει να παίρνει αποφάσεις από μόνος του με κίνδυνο να τα τινάξει όλα στον αέρα. Είχαν προσπαθήσει να τον απομονώσουν όσο το δυνατόν πιο πολύ. Την ημέρα της επίσημης αναγγελίας από τον αρχηγό του κράτους εκείνοι ήταν έτοιμη για την εκκίνηση του προγράμματος ''Κέρβερος'', όπως το είχαν ονοματίσει. Όλα πηγαίναν κατ' ευχήν.
Εντελώς απροσδόκητα τότε και μπροστά στις κάμερες ο Ρώσος επιστήμονας αποφάσισε να κάνει την κίνηση ματ που σίγουρα προετοίμαζε όλους αυτούς τους μήνες. Με μία καραμπίνα έθεσε σε καταστολή τους υπόλοιπους επιστήμονες. Πάτησε το κουμπί καταστροφής, αποτεφρώνοντας το πολύτιμο πρόγραμμα ''Κέρβερος''. Ύστερα έβαλε έναν από τους κρατούμενους επιστήμονες να πάρει το δείγμα του ιού που φύλαγαν στον διπλανό θάλαμο, αυτή η μικρή ποσότητα θα ήταν υπεραρκετή ώστε να καταστρέψει μια ολόκληρη ήπειρο. Ο τρομοκρατημένος επιστήμονας το έβαλε προσεκτικά στον θάλαμο αποδέσμευσης. Ο Ρώσος τότε, με την βοήθεια της καραμπίνας, τον απελευθέρωσε από τα καθήκοντά του και όλους μαζί τους τοποθέτησε σαν στρατιωτάκια στον τοίχο. Εκείνος πάτησε τότε το κουμπί αποδέσμευσης του ιού και γρήγορα κατευθύνθηκε προς την μεταλλική κάψουλα ανάνηψης. Ήδη την είχε ρυθμίσει έτσι ώστε ο ίδιος να μπει σε κατάσταση αδράνειας. Μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα της κάψουλας, αφήνοντας πίσω του το χάος να κυριεύει τους πάντες με ταχύ ρυθμό. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις