Φωτογραφικές μνήμες




Τους τελευταίους τρεις χειμώνες η ζωή του πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. Απ’ όταν δηλαδή εκείνη έφυγε τόσο απότομα και τόσο βίαια. Ο ίδιος την είχε βρει στο πάρκο που συχνάζανε, στο αγαπημένο τους σημείο. Κανένα ίχνος από τους δράστες, κανένας μάρτυρας και κανένα στοιχείο. Όλα αυτά μαζεμένα κάνανε την εξιχνίαση του φόνου της πολύ δύσκολή και έτσι με τον καιρό η υπόθεση της ξεχάστηκε στην σκοτεινή αρχειοθήκη της αστυνομίας.
Ο ίδιος υπέστη μεγάλο σοκ και η αδιαφορία της αστυνομίας τον είχε κάνει έξω φρενών. Είχε πέσει ψυχολογικά και πλέον το καθετί που έκανε του προκαλούσε τρομερή δυσφορία. Ο πρώτος χρόνος ήταν ανυπόφορος, κάθε βράδυ εκείνη ερχόταν στον ύπνο του και τον κατηγορούσε για τον θάνατό της. Όταν τα οράματα αυτά ερχόντουσαν και στο ξύπνιο του κατά την διάρκεια της ημέρας, αποφάσισε πως έπρεπε να επισκεφτεί κάποιον ειδικό.
Η διάγνωση του ψυχολόγου ήταν μελαγχολικό πένθος ,μια βαριά μορφή κατάθλιψης του πένθους. με έντονο το αίσθημα της ενοχής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα και τα περίεργα οράματα που τον ταλαιπωρούσαν.
Όταν τα συμπτώματα όμως αντί να μειωθούν με τον καιρό έγιναν ακόμα πιο έντονα, η απελπισία του άρχισε να τον οδηγεί σε δυσοίωνα μονοπάτια. Ο ψυχολόγος του προσπαθούσε να τον ηρεμήσει και να τον πείσει πως έπρεπε να αποδεσμευτεί κάπως απ’ τις άσχημες μνήμες του παρελθόντος. Ότι του θύμιζε εκείνη έπρεπε να καταστραφεί ώστε να μπορέσει να σώσει τον εαυτό του.
Όταν πήγε στο σπίτι άρχισε να ψάχνει στο υπόγειο για την κούτα στην οποία φύλαγε όλες τις αναμνήσεις του με αυτήν. Βρήκε την κούτα και φύσηξε την παχιά σκόνη που είχε κάτσει επάνω της όλα αυτά τα χρόνια και την άνοιξε. Μέσα υπήρχαν αντικείμενα και εικόνες από την κοινή τους ζωή. Τα έβγαλε όλα από μέσα και στο βάθος του κουτιού βρήκε την φωτογραφική κάμερα που είχε μαζί της εκείνη την μέρα. Ήταν μια leica του ’60 μαύρου χρώματος, στο λουρί και στο σώμα υπήρχαν ακόμα ξεραμένες κηλίδες απ’ το αίμα της. Την περιεργάστηκε για λίγο και διαπίστωσε πως ακόμα μέσα υπήρχε το φιλμ από τότε, κάτι το περίεργό αφού θυμόταν πως η αστυνομία είχε ελέγξει ήδη την φωτογραφική μηχανή. Αποφάσισε πως πριν αποδεσμευτεί τελείως απ’ τις μνήμες της έπρεπε να δει τις τελευταίες καλλιτεχνικές ανησυχίες εκείνης που αγαπούσε, πίστευε πως της το όφειλε.
Την επόμενη κιόλας μέρα εμφάνισε το φιλμ, πήγε στο σπίτι και με έναν βαθύ αναστεναγμό άνοιξε τον φάκελο. Οι πρώτες φωτογραφίες απεικόνιζαν υπέροχες λήψεις του πάρκου με πρωταγωνιστές σε όλες τα δέντρα, τα πουλιά και τον όμορφο ουρανό εκείνης της μέρας. Τις γύριζε αργά, ήθελε να τις απολαύσει, του άρεσε άλλωστε η φωτογραφική της οπτική. Στην επόμενη φωτογραφία το πλάνο άλλαξε, τώρα εμφανιζόταν η ίδια μπροστά, να τον κοιτάει με το ίδιο βλέμμα, όπως στα οράματά του. Ξαφνικά η φωτογραφία ζωντάνεψε και η ίδια άρχισε να του μιλάει.
«Δολοφόνε!» Του είπε υψώνοντας το χέρι της.
Σάστισε, δεν πίστευε στα μάτια του και πέταξε τις φωτογραφίες στο πάτωμα. Έβαλε σε ένα ποτήρι λίγο ουίσκι για να καλμάρει τα νεύρα του, όλο αυτό έπρεπε να οφειλόταν στα αισθήματα ενοχής που είχε, τελικά ίσως και να είχε κάνει λάθος, ίσως έπρεπε να τα καταστρέψει όλα εξαρχής. Όταν το δεύτερο ποτήρι ουίσκι άρχισε να κάνει την δουλειά του κοίταξε τις, σκορπισμένες στο πάτωμα, φωτογραφίες. Τις σήκωσε και από περιέργεια τις κοίταξε. Οι επόμενες σκηνές άλλαζαν, μια σκιά άρχισε να εμφανίζεται στο βάθος. Η συστοιχία από τις επόμενες φωτογραφίες ήταν λήψη του ίδιου ακριβώς θέματος, σε καθεμία απ’ αυτές όμως η σκιά καθάριζε και ερχόταν όλο και πιο κοντά. Όσο προχώραγε άρχισε να ακούει διάφορους ήχους, του πάρκου και εκείνης της μέρας. Στις τρεις τελευταίες φωτογραφίες η σκιά πλέον καθάρισε, στην φωτογραφία έβλεπε τον εαυτό του και μπορούσε να ακούσει και εκείνη.
«Νωρίς ήρθες, δεν σε περίμενα από τώρα.»
Η προτελευταία φωτογραφία ήταν κουνημένη, όμως φαινόταν καθαρά αυτός να την πλησιάζει, με ένα περίεργο βλέμμα στο πρόσωπό του.
«Τι κάνεις; Σταμάτα, σε παρακαλώ.»
Η τελευταία φωτογραφία έδειχνε αυτόν να κρατάει ένα μαχαίρι και να την δείχνει απειλητικά με αυτό.
«Πρέπει να πεθάνεις τώρα.»

Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που μόλις είχε δει. Ώστε εκείνη στα οράματά του δεν έλεγε ψέματα τελικά; Πως θα μπορούσε να της είχε κάνει τέτοιο κακό όμως, την λάτρευε. Άφησε τις φωτογραφίες στο τραπέζι, πως είχε γίνει αυτό, πως η αστυνομία δεν είχε καταφέρει να βρει το φιλμ; Αναρωτιόταν. Δεν μπορούσε όμως να ζήσει με αυτό το βάρος, δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει την αλήθεια απ’ το ψέμα. Με μια τρομερή αποφασιστικότητα έπεσε απ’ το παράθυρο με την ελπίδα να εξιλεωθεί για το κακό που μπορεί να είχε προκαλέσει σε εκείνη που αγαπούσε.

*μια ιστορία από το πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις