Το κυνήγι του δαίμονα-Μέρος 1ο




Μέρος 1ο: Ένα περίεργο φονικό


Παρασκευή 22:15μμ
  Σε μια σκοτεινή γωνία ενός αδιέξοδου ακούγονται δυνατοί θόρυβοι και ουρλιαχτά. Ένας άντρας, γύρω στα 40,τρέχει να ξεφύγει από μια σκιά. Φαίνεται σαν να παλεύει μόνος του. Αόρατες μπουνιές τον ρίχνουν κάτω, ξανασηκώνετε, ξαναπέφτει, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για αυτόν να αντισταθεί. Στο τέλος η σκιά τον ρίχνει κάτω, δεν είχε άλλες δυνάμεις ώστε να ξανασηκωθεί, και με μία απότομη δυνατή κίνηση, του συνθλίβει το κρανίο.
Σάββατο 9:00πμ
 Με το που άνοιξε το γραφείο του έφτιαξε ζεστό καφέ και κάθισε στην καρέκλα του. Οι στοίβες χαρτιών δεν έλεγαν να λιγοστέψουν, τουλάχιστον όλες αυτές τις υποθέσεις τις είχε επιλύσει, ήταν άσσος στην δουλειά του. Δεν είχε καταφέρει να πιει μια γουλιά απ’ τον αχνιστό καφέ του, όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Το σήκωσε με έναν βαρύ αναστεναγμό. Στην άλλη άκρη ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας.
«Καλημέρα Τζακ, δεν πιστεύω να ενοχλώ». Ενοχλούσε ασφαλώς, όμως δεν του πήγαινε η καρδιά να του το πει.
«Όχι βέβαια αρχηγέ. Τι θες;»
«Χθες το βράδυ έγινε ένας φόνος κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ξέρω πως είσαι ειδικός σε κάτι τέτοια θέματα». Είχε δίκιο βέβαια, όμως δεν ήθελε να δουλέψει για την αστυνομία. Έκανε πάντα όλοι την δουλειά για αυτούς και στο τέλος καμία αναγνώριση. Όμως, ήταν αλήθεια πως έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον αρχηγό, παρόλο που ορισμένες φορές το ένστικτο του έλεγε το αντίθετο.
«Πολύ ευχαρίστως αρχηγέ. Θέλω να βρεθούμε στο τόπο του εγκλήματος».
«Φυσικά, είναι στο αδιέξοδο της οδού Πέρκινς, θα σε βρω εκεί, εντάξει;»
«Εντάξει…και αρχηγέ, να πεις στους δικούς σου να μην μπλεχτούν αυτή την φορά στα ποδιά μου». Έκλεισε το τηλέφωνο, ήξερε πως θα τον νεύριαζε η τελευταία υπόδειξή  του, όμως έπρεπε να το διευκρινίσει. Άλλωστε έκανε την δουλειά τους, δεν έλεγε ψέματα, τουλάχιστον ας την έκανε ανενόχλητος. Τελείωσε τον καφέ του με την ησυχία του, είχε χρόνο, η οδός Πέρκινς βρισκόταν μόλις δυο τετράγωνα μακριά από το γραφείο του.
 Έφτασε στον τόπο του εγκλήματος. Είχαν ήδη κλείσει την είσοδο στο αδιέξοδο με ταινίες και γινόταν ένας χαμός  με αστυνομικούς να πηγαινοέρχονται με σπασμωδικές κινήσεις. Κάθε φορά η ίδια αναστάτωση και επιπολαιότητα, ήλπιζε τουλάχιστον να μην είχαν χαλάσει το σκηνικό όπως την τελευταία φορά. Έσκυψε και πέρασε την φαρδιά ταινία, είδε και τον αρχηγό, καθόταν πάνω απ’ το πτώμα. Με αργό βήμα πήγε προς τα εκεί. Με τα ματιά του ερευνούσε κάθε σπιθαμή του αδιέξοδου, τις μικρές λεπτομέρειες, αυτές που στο τέλος έκαναν την διαφορά. Καθώς πλησίαζε όλο και πιο κοντά ένιωθε πάνω του τα βλέμματα των αστυνομικών. Σε κανέναν δεν άρεσε η παρουσία του εδώ. Δεν το πολύ ένοιαζε όμως, είχε έρθει για να κάνει τη δουλειά του.Έφτασε δίπλα στον αρχηγό και έδωσε το χέρι του για να τον χαιρετήσει.
«Καλημέρα Τζακ, καλωσόρισες στο σκηνικό μας», αστειεύτηκε κάπως άκομψα, όπως το συνήθιζε.
«Καλημέρα αρχηγέ, μπορείς να πεις σε παρακαλώ στους άντρες σου να φύγουν;» Πάντα ήταν ψυχρός στο επικοινωνιακό κομμάτι, ήξερε φυσικά πως αυτό που ζητούσε μπροστά στους αστυνομικούς τους μείωνε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ο αρχηγός φυσικά κατσούφιασε όμως πλέον γνώριζε πως δούλευε ο Τζακ, ήθελε απόλυτη ηρεμία για να μπορέσει να κάνει τα μαγικά του, όπως πολλές φορές τα χαρακτήριζε. Έδιωξε τους άντρες του με ένα σφύριγμα και με μια κίνηση του χεριού του. Φύγανε και οι τρεις που ήταν εκεί σιγοψιθυρίζοντας βρισιές προς το πρόσωπο του Τζακ. Τις άκουσε όλες, ήταν ένα χάρισμα που δεν του άρεσε αλλά το είχε, δεν έδωσε σημασία. Έστρεψε την προσοχή του προς το πτώμα.
 Ήταν το σώμα ενός άντρα, το πάνω μισό του κεφαλιού του είχε δεχτεί ένα ισχυρό χτύπημα, τόσο ισχυρό που με τα βίας διακρίνονταν. Έσκυψε από πάνω και άρχισε να παρατηρεί από πιο κοντά το κεφάλι του θύματος. Το πρόσωπο του, από την μέση και κάτω, ήταν γεμάτο μώλωπες, ένδειξη σκληρού και αγρίου καβγά. Το πάνω μισό του κεφαλιού του είχε δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα από ένα αμβλύ αντικείμενο, ήταν προφανώς και η αιτία του θανάτου. Οι μύες του ήταν ακόμα πρησμένοι από την έντονη αντίσταση που είχε καταβάλει το θύμα προς τον δράστη. Παρατήρησε τις γροθιές του, από τους κόμπους είχε βγει αίμα, έμοιαζε λες και χτύπαγε με μανία το ντουβάρι. Στα νύχια του δεν υπήρχε τίποτα, το παραμικρό ίχνος από δέρμα ή από ύφασμα. Ως τώρα το όλο σκηνικό θύμιζε έναν άνθρωπο ο οποίος πάλευε μόνος του ή με ένα φάντασμα. Αμέσως σκέφτηκε όμως πως αυτά τα πράγματα δεν είναι σοβαρά, όλα συνδέονται και για τα πάντα υπάρχει μια λογική εξήγηση. Η μπλούζα του άντρα ήταν σκισμένη, από το σκίσιμο φαινόντουσαν κάτι χαρακιές. Έβγαλε τον στυλό του και με την βοήθεια του παραμέρισε την μπλούζα. Πάνω στο στήθος του ήταν χαραγμένο ένα περίεργο σύμβολο, ένα κυκλικό σύμβολο που αποτελούταν από ένα λιοντάρι και έναν δράκο, να δαγκώνει ο ένας την ουρά του άλλου. Το σύμβολο του φάνηκε περίεργο, λες και δεν ήταν ήδη. Δεν το είχε ξαναδεί και σιγουρά δεν άνηκε σε καμιά, τοπική τουλάχιστον, συμμορία.
Σηκώθηκε και αντίκρυσε τον αρχηγό, καθόταν ακίνητος και τον παρατηρούσε καθ’ όλη την διάρκεια που εκείνος ερευνούσε το πτώμα.
«Τι έγινε Τζακ, πως τα βλέπεις τα πράγματα;», τον ρώτησε γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να πάρει απάντηση, ο Τζακ άλλωστε έτσι δούλευε, αθόρυβα, και συνέχισε. «Είναι φανερό πως ο τύπος ήταν τρελαμένος, δεν εξηγείτε αλλιώς. Δεν υπάρχει ίχνος από το άλλο άτομο της δήθεν συμπλοκής».
«Αρχηγέ σε παρακαλώ, μη γίνεσαι αφελής σαν τους άντρες σου. Για τα πάντα υπάρχει μια λογική εξήγηση».
Ο αρχηγός ξεροκατάπιε γεμάτος οργή. Εκείνη την στιγμή ο Τζακ, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του αρχηγού, είδε κάτι που του κίνησε την περιέργεια. Ήταν μια στάμπα στον απέναντι ακριβώς τοίχο. Είχε μια περίεργη απόχρωση κόκκινου και μαύρου.
«Αυτό το είδατε;», ρώτησε τον αρχηγό δείχνοντας προς τον τοίχο.
«Ναι, απ’ ότι φαίνεται το θύμα πάνω στην τρελά του χτύπησε με μανία το κεφάλι του στον τοίχο. Αυτό πιστεύουμε πως προκάλεσε και τον θάνατο του, όπως είναι προφανές». Χαμογέλασε, είχε προσπαθήσει να φανεί γνώστης μπροστά του. Δεν τα κατάφερε όμως. Ο Τζακ δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία, τον παραμέρισε και πήγε προς τον τοίχο. Η στάμπα εκτός από το περίεργο σχήμα είχε και περίεργη υφή, όπως φαινόταν. Ήταν διασκορπισμένη, δημιουργώντας όμως έναν περίπου τέλειο κύκλο. Ακούμπησε επάνω το δάκτυλο του, η υφή ήταν σαγρέ και λίγο νωπή. Πήρε με το δάκτυλο του λίγο από το κοκκινόμαυρο υλικό και το γεύτηκε. Είχε μια περίεργη γεύση σίδερου και θειαφιού. Σίγουρα αν δεν υπήρχε η γεύση και μυρωδιά του θειαφιού θα έλεγε κάνεις πως πρόκειται για αίμα αρχιτεκτονικά βαλμένο πάνω στον τοίχο.
 Σηκώθηκε και χαιρέτησε τον αρχηγό χωρίς να του πει τίποτα. Εκείνος τον κοίταζε καθώς έφευγε, ήξερε πως έτσι ενεργούσε, εκείνος θα ερχόταν σε επικοινωνία όταν θα έβρισκε την άκρη. Καθώς ο Τζακ έφευγε από το αδιέξοδο σκεφτόταν όλα τα πράγματα που είχε δει. Το βίαιο χτύπημα στο κεφάλι του θύματος, τους μώλωπες στο πρόσωπο και το σώμα του χωρίς ίχνη όμως από φυσική πάλη, το περίεργο χαραγμένο σύμβολο στο στήθος του και φυσικά την στάμπα στον τοίχο. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα, το ήξερε όμως πως τα πάντα κάπως συνδέονται και τα πάντα έχουν μια λογική εξήγηση.

Συνεχίζεται...

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις