Το κυνήγι του δαίμονα-Μέρος 2ο




Μέρος 2ο: Ένας παράξενος μύθος



Σάββατο 11:00πμ
Καθώς προχώραγε στο δρόμο χαμένος στις σκέψεις του, συνεχώς στο μυαλό του πέρναγε η εικόνα του νεκρού άντρα. Είχε υποστεί από κάποιον πολλαπλά χτυπήματα. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος του δολοφόνου, ούτε επάνω στο νεκρό σώμα αλλά ούτε και τον γύρω χώρο. Μια πολύ παράξενη κατάσταση όντως. Αυτό που του κίνησε όμως την περιέργεια πάνω απ’ όλα ήταν το περίεργο σύμβολο που βρήκε χαραγμένο στο στήθος του θύματος. Δεν το είχε ξαναδεί πριν πουθενά. Γνώριζε πως δεν άνηκε σε καμιά γνωστή συμμορία όμως κάποια σχέση έπρεπε να είχε με όλα αυτά. Αποφάσισε πως έπρεπε να μάθει ότι μπορούσε για αυτό το σύμβολο, θα του έδινε σίγουρα μια ώθηση για την επίλυση της υπόθεσης. Κατευθύνθηκε προς το μαγαζί του γέρο-Μπακ, το “Αόρατο Νήμα”, αν κάποιος γνώριζε κάτι για το οτιδήποτε παράξενο αυτός ήταν.
Το μικρό μαγαζί της οδού Τζάκσον ήταν σχεδόν αόρατο για τον περισσότερο κόσμο. Απ’ όσο γνώριζε ο Τζακ υπήρχε σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο πάρα πολλά χρόνια και πρόσφερε πληροφορίες για κάθε τι απόκρυφο και παράξενο. Ο ιδιοκτήτης, ο γερό-Μπακ, ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος απροσδιόριστης ηλικίας, με μεγάλη όμως γνώση για κάθε τι το απόκρυφο. Μπήκε στο μαγαζί του, ένας βωμός του παράξενου. Στοίβες από βιβλία και αντικείμενα έκαναν το περπάτημα πολύ ριψοκίνδυνο. Ύστερα από πολύ προσπάθεια έφτασε μπροστά απ’ τον πάγκο υποδοχής, κανένας δεν ήταν μπροστά . Ο Τζακ χτύπησε το κουδούνι μία φορά και περίμενε τον γέρο-Μπακ να εμφανιστεί. Μετά από λίγο μία λιπόσαρκη φιγούρα βγήκε από το δωμάτιο που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο, το βήμα του ήταν αργό και το βλέμμα του διαπεραστικό. Ο γέρο-Μπακ έφτασε προς το μέρος του και στάθηκε πίσω από τον πάγκο, τα χέρια του ακούμπησαν ήρεμα επάνω και κοίταξε στα μάτια τον Τζακ.
«Πως μπορώ να βοηθήσω;», του είπε κάνοντας μια περίεργη κίνηση του αριστερού ματιού.
«Ειδικός ερευνητής Τζακ Φρόστ», είπε και έδειξε το σήμα του, «Θα ήθελα να μου πεις ότι γνωρίζεις για ένα σύμβολο που βρήκα πάνω σ ’ένα πτώμα». Από την τσέπη του έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο, το άνοιξε σε μία κενή σελίδα  και άρχισε να σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια το χαραγμένο σύμβολο που είχε δει. Όταν τελείωσε το έδειξε στον γέρο-Μπακ που περίμενε υπομονετικά πίσω από τον πάγκο. Με το που το είδε τα μάτια του γούρλωσαν και μία μορφή ανησυχίας αποτυπώθηκε στο πρόσωπό του.
«Που το βρήκες αυτό;» του είπε ταραγμένος ο γέρος.
«Πάνω στο στήθος ενός άντρα, ήταν χαραγμένο ή μάλλον αποτυπωμένο σαν στάμπα επάνω του».
«Είσαι σίγουρος πως πρόκειται για αυτό το σύμβολο;»
«Απόλυτα, το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Τι ξέρεις να μου πεις για αυτό;»
Ο γέρο-Μπακ χωρίς να αρθρώσει κουβέντα ξεκόλλησε τα χέρια του από τον πάγκο και με το ίδιο αργό βήμα προχώρησε προς μία σκοτεινή γωνία του μαγαζιού. Ο Τζακ τον παρακολουθούσε με το βλέμμα του και περίμενε να δει που ακριβώς θα σταματήσει. Σταμάτησε τελικά μπροστά από ένα ράφι που φιλοξενούσε δύο μονάχα βιβλία και μερικά περίεργα αντικείμενα. Από το ράφι πήρε το ένα βιβλίο, έναν μεγάλο τόμο, και φύσηξε με δύναμη την σκόνη που είχε κάτσει επάνω του. Διάβασε σιωπηλά τον τίτλο, το έβαλε κάτω από την μασχάλη του και κινήθηκε ξανά προς τον πάγκο. Πέταξε το βιβλίο επάνω και το άνοιξε σε μία σελίδα σχεδόν στην μέση. Έβαλε το δάκτυλό του επάνω σ ‘ένα σχέδιο και κοίταξε στα μάτια τον Τζακ.
«Αυτό είναι που ψάχνεις;» Ο Τζακ κοίταξε το σχέδιο που βρισκόταν κάτω απ’ το δάκτυλο του γέρου πάνω στην κιτρινισμένη σελίδα του βιβλίου. Ήταν ακριβώς το ίδιο. Έκανε ένα νεύμα επιβεβαίωσης προς τον γέρο-Μπακ.
«Ακριβώς αυτό που φοβόμουν. Κλείσε την πόρτα και πέρνα μέσα να κάτσουμε στο γραφείο». Όταν ο Τζακ έκλεισε την πόρτα μπήκε στον χώρο που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο. Βρήκε εκεί τον γέρο-Μπακ να κάθεται σ’ ένα μεγάλο δρύινο γραφείο με το βιβλίο ανοιγμένο μπροστά του στην σελίδα με το σύμβολο. Έκατσε δίπλα του και έβγαλε ξανά το σημειωματάριο του και με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο γραφείο περίμενε να ακούσει τι θα του έλεγε.
«Το σύμβολο που βρήκες κρατάει μέσα του μεγάλη και άσχημη μαγεία. Όποιος και αν το κατέχει πλέον δεν είναι άνθρωπος, τον έχει καταβάλει ο δαίμονας του μενταγιόν».
«Μα τι θες να πεις, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά, δεν βγάζει κανένα νόημα».

«Σταμάτα και άκουσε», φώναξε ο γέρο-Μπακ, «το σύμβολο αυτό χρονολογείτε από τον 12ο αιώνα. Λέγεται πως η γυναίκα του κόμη Κρόουλι είχε δαιμονιστεί από τον δαίμονα Γκόερτ. Το κορμί της και το πνεύμα της είχαν χαθεί ολοκληρωτικά και ο κόμης δεν ήξερε τι να κάνει. Οι λόγιοι της εποχής τον συμβούλευαν να την σκοτώσει ώστε να φύγει ο δαίμονας και να εξαγνιστεί η περιοχή. Πολλά περίεργα πράγματα συνέβαιναν όντως όμως δεν πήγαινε η καρδιά του κόμη να σκοτώσει την γυναίκα που αγαπούσε. Ένα βράδυ και ενώ καθόταν στο πλευρό της γυναίκας του την άκουσε να του μιλάει, όχι με την φωνή του δαίμονα μα με την δική της. Του είπε πως για να μπορέσει να την σώσει θα πρέπει να φτιάξει ένα μενταγιόν με αυτό το σύμβολο και να της το φορέσει. Ο κόμης  προσέλαβε τότε τους καλύτερους ώστε να του φτιάξουν το συγκεκριμένο μενταγιόν και επί τρεις μέρες δούλευαν αδιάκοπα. Όταν ο κόμης το πήρε στα χέρια του με μεγάλη ανυπομονησία το πέρασε στο κεφάλι της γυναίκας του. Τότε λέγεται πως το μενταγιόν υψώθηκε στον αέρα παίρνοντας μέσα του το πνεύμα του δαίμονα, αφήνοντας πίσω το νεκρό σώμα της γυναίκας του κόμη. Ύστερα με δύναμη έπεσε πάνω στο στήθος του κόμη μένοντας επάνω του ανεξίτηλα. Μετά από αυτό το συμβάν καταγράφηκαν πολλοί φόνοι οι οποίοι είχαν επάνω τους αυτό το σύμβολο. Λέγεται πως αυτοί που πέθαναν ήταν όλοι αυτοί που αμφισβήτησαν την κρίση του κόμη. Με αυτόν τον τρόπο το πνεύμα του δαίμονα ενοποιήθηκε για πάντα με τον κόμη. Από τότε η ψυχή του κόμη του ανήκει». Ο γέρο-Μπακ σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε το Τζακ ο οποίος τον κοιτούσε με ένα βλέμμα δυσπιστίας.
«Μα τι είναι αυτά τα πράγματα που λες. Πρόκειται περί ανούσιων θρύλων, ιστορίες για να τρομάζουν τα παιδιά. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για όλα αυτά που λες. Κάλλιστα μπορεί να είναι κάποιος τρελός που γνωρίζει τον θρύλο και θέλει να παίξει το παιχνίδι του».
«Αυτά που σου είπα δυστυχώς δεν είναι θρύλοι, πρόκειται για γεγονότα. Είναι ένα συνεχές κυνήγι ψυχών, η σφραγίδα επάνω στο στήθος με τους φόνους ξεδιψάει την ακόρεστη δίψα του δαίμονα για αίμα».
«Και πως πρόκειται να βρω αυτόν που κάνει τους φόνους τότε, σίγουρα πρόκειται για πνεύμα, ποιος ζει τόσα χρόνια;», είπε ο Τζακ γεμάτος ειρωνεία.
«Βρες αυτόν που φοράει το μενταγιόν. Ο κόμης επέζησε όλα αυτά τα χρόνια αλλάζοντας μορφή εξυπηρετώντας τον δαίμονα και σκοτώνοντας όποιον τον αμφισβητεί. Να θυμάσαι πως όποιος το κατέχει έχει και μια περίεργη κοκκινίλα στο δεξί του χέρι. Και τώρα φύγε σε παρακαλώ, είμαι κουρασμένος».
Ο Τζακ σηκώθηκε και βγήκε έξω από το μαγαζί. Τα ερωτήματα που είχε πριν μπει μέσα τώρα είχαν πολλαπλασιαστεί. Η υπόθεση είχε πάρει μια περίεργη πλοκή. Όλα αυτά που είχε ακούσει ήταν αντίθετα της λογικής του, όμως είχε εμπιστοσύνη στα λεγόμενα του γέρο-Μπακ. Έπρεπε να ξαναδεί το πτώμα, ποιος ήταν ο νεκρός και για πιο λόγο τον είχαν σκοτώσει μ’ αυτόν τον τρόπο.

Συνεχίζεται...



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις