Ό,τι καλύτερo




Άκουσε ένα ουρλιαχτό και μπήκε μέσα. Την βρήκε να μουλιάζει στην μπανιέρα με ένα βλέμμα κενό. Κενό σαν βλέμμα πορσελάνινης κούκλας. 
        Καλώς ήρθες, περίμενα να έρθεις πιο αργά, είπε μετατοπίζοντας το βλέμμα της προς την μεριά εκείνου.
        Έλα, έφτασε η ώρα να φύγουμε.
        Άσε με ήσυχη, σε παρακαλώ, καλά είμαι εδώ.
        Νομίζεις πως είσαι καλά; Για θυμήσου.
        Θέλω τότε χρόνο.
        Όσο χρειάζεσαι, της είπε και έγειρε πάνω απ’ το κεφάλι της, σχεδόν ακουμπώντας το.
Έσμιξε τα φρύδια της σε μια προσπάθεια να θυμηθεί όσο το δυνατόν περισσότερα. Τι ακριβώς της ζήταγε τώρα, δε μπορούσε να καταλάβει. Ένιωσε ένα βάρος που την βύθισε στο έρεβος των αναμνήσεών της.
«Το κορμί μου τελευταία υπήρξε προϊόν εκμετάλλευσης για τον καθένα. Κάθε πόρος του προσφέρονταν άφοβα για εξερεύνηση των φόβων και αμαρτιών τους. Είχα φορτωθεί επάνω μου βιασμούς και πόνους αβάστακτους που τσάκιζαν το είναι μου. Άντεξα εκβιασμούς και μαχαιριές που έσκιζαν την καρδιά μου. Αυτό το πλιάτσικο της καρδιάς μου υπήρξε ανυπόφορο, δημιουργώντας στοίβες από χαλάσματα απ’ το διαλυμένο κορμί μου. Ανάμεσα από τα χαλάσματα μου όμως, κατάφερα και άντεξα, έγινα ένα με τη φωνή μέσα μου, χωρίς να λογαριάζω κανέναν. Κανέναν απ’ τους περαστικούς που ρουφούσαν το νερό της ζωής μου στάλα-στάλα, κάθε μέρα, λες και ήμασταν μεταξύ μας γνωστοί. Όμως συνέπασχα μαζί τους και τους άφηνα να ρουφούν, γιατί ήξερα ότι ήταν πάντα πιο καθαρό απ’ την μαύρη ψυχή τους. Όλες αυτές οι μνήμες με τα χρόνια έχουν κρεμαστεί σε βρώμικες, υγρές θηλιές πάνω στα καμένα κλαδιά μου. Τα ίδια κλαδιά που τώρα ζητούν χρόνο και λύτρωση απ’ τον πόνο.»
Αργά αναδύθηκε από την μαύρη τρύπα, βλέποντας αχνά στο φως εκείνον.
        Είμαι έτοιμη τώρα, μπορούμε να φύγουμε. Μόνο κάτι τελευταίο.
        Τι θες;
        Δε μπορώ να φανταστώ το μέλλον μου. Το μυαλό μου έχει σταματήσει.
        Νομίζεις πως θα είναι καλύτερο από ότι έχεις ζήσει ως τώρα; Δεν έχει σημασία.

Συμφώνησε νοερά μαζί του. Της έπιασε το χέρι και το σήκωσε. Οι φλέβες της ακόμα χτύπαγαν και έκαιγαν λες και λάβα διαπερνούσε το κορμί της. Τράβηξε την σύριγγα απαλά και την πέταξε στο βρεγμένο πάτωμα. Αίμα έσταξε απ’ την οπή και τάραξε το νερό της μπανιέρας ανοίγοντας σαν τριαντάφυλλο και σχηματίζοντας μια περίεργη κηλίδα από τεστ Ρόρσαχ. Την έβγαλε από το ναρκωμένο με αιθέρια έλαια νερό. Η νηνεμία του νερού της φάνηκε παράξενη, τα χάπια ούτε που είχαν κουνηθεί. Τα πόδια της ακουμπούσαν στο βρεγμένο πάτωμα χωρίς όμως να βρέχονται, ένιωθε κενή και απροστάτευτη. Δε φοβόνταν τόσα και τόσα μα αυτό της προκαλούσε μεγάλο τρόμο. Της κράτησε με δύναμη το χέρι. Το κράτημα του της πρόσφερε ένα αίσθημα σιγουριάς. Προχώρησαν αργά προς το εκτυφλωτικό φως. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις