Η απόφαση






Ένας μεταλλικός ήχος τον ξύπνησε. Ήταν δυνατός και ενοχλητικός. Άνοιξε με κόπο τα μάτια του και προσπάθησε να καταλάβει που βρισκόταν. Τα μάτια του πονούσαν καθώς προσπαθούσαν να  σαρώσουν τον χώρο. Βρισκόταν μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, οι τοίχοι ήταν βρωμεροί, γεμάτοι πράσινα στίγματα. Τον είχε πιάσει ταχυκαρδία, δε μπορούσε να καταλάβει πως είχε βρεθεί εδώ μέσα, και το πιο σημαντικό ήταν ότι δε θυμόνταν τίποτα από τη ζωή του. Σηκώθηκε αργά, τα κόκαλά του πονούσαν τρομερά και έβγαζαν ένα ανησυχητικό τρίξιμο. Μπροστά του είδε μια πόρτα. Ήταν μεταλλική, με πριτσίνια ολόγυρά της. Πήγε με ταχύ βήμα προς την πόρτα, προσπάθησε να την ανοίξει όμως έλειπε το πόμολο. Ο πανικός του συνέχιζε να αυξάνει. Οι κόρες των ματιών του χτύπαγαν από άκρη σε άκρη σαν μπαλάκια του τένις. Ξαφνικά από το πουθενά ακούστηκε μια φωνή.
- Βλέπω ξύπνησες. Καιρός ήταν.
Τρομοκρατήθηκε, προσπαθούσε να βρει από που ερχόταν η φωνή. Τόσο παράξενη και ξένη. Γύρναγε γύρω από τον εαυτό του με την έντασή του να κορυφώνεται. Όσο τρελό ​και αν του φαινόταν κοίταξε ψηλά προσπαθώντας να εντοπίσει το μεγάφωνο, που νόμιζε ότι προερχόταν η φωνή, θέλοντας να μάθει λεπτομέρειες.
- Ποιος είσαι εσύ; Πως βρέθηκα εδώ; άρχισε να φωνάζει με απογοήτευση προς το ταβάνι.
- Το κάθε πράγμα στο καιρό του, είπε η φωνή από το ταβάνι, χαροποιώντας τον που τουλάχιστον δεν είχε χάσει τα λογικά του. Προς στιγμήν νόμιζε πως το μυαλό του έπαιζε παιχνίδια.
Στο βάθος ακούστηκε ένα μεταλλικό τρίξιμο και φως μπήκε στο δωμάτιο από το άνοιγμα της πόρτας. Προχώρησε διστακτικά προς τη πόρτα, του φαινόταν παράξενο που η πόρτα η οποία ήταν κλειστή πριν, είχε ανοίξει. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Το άνοιγμα της πόρτας είχε φωτίσει και το δάπεδο, ένα σπασμένο πέτρινο δάπεδο γεμάτο ίχνη από συρσίματα.
- Εμπρός λοιπόν χαμένε, προχώρα. Τι έγινε δε θες να πάρεις απάντηση στις ερωτήσεις σου;
Κοίταξε νευριασμένος προς το ταβάνι και με πιο αποφασιστικό βήμα πέρασε την πόρτα. Βρέθηκε σε ένα άλλο εξίσου σκοτεινό και άδειο δωμάτιο.
- Καλά ρε μαλάκα με κοροϊδεύεις; Τι ακριβώς παριστάνεις τώρα;, φώναξε προς άγνωστη κατεύθυνση.
- Ησυχία ρε ψευτόμαγκα που φωνάζεις κιόλας. Νομίζω πως δεν έχεις καταλάβει ακόμα σε τι κατάστασή βρίσκεσαι.
- Πες μου τότε γιατί βρίσκομαι εδώ και ποιος είσαι εσύ.
- Θα έρθει και αυτή η ώρα. Για πες μου τώρα τι θυμάσαι ακριβώς;
Προσπάθησε με πολύ κόπο να θυμηθεί έστω και το παραμικρό, όμως ήταν μάταιο. Το μαύρο σκοτάδι που βρισκόταν ήταν σαν να είχε ρίξει το πέπλο του και στο μυαλό του.
- Δε μπορώ να θυμηθώ τίποτα, μου είναι αδύνατον.
- Είσαι αξιολύπητος! Προχώρα όλο ευθεία και θα δεις ποιος είσαι.
- Μα δε βλέπω τίποτα, είναι πίσσα σκοτάδι εκεί μέσα.
- Ε, τότε θα πρέπει να μ' εμπιστευτείς αλάνι.
Προχώρησε προς τα μέσα με αργό βήμα, έσερνε τα πόδια του στο πέτρινο δάπεδο, προσπαθώντας να αποφύγει τυχόν εμπόδια. Δεν είχε ιδέα για το πόσο μεγάλο ήταν το δωμάτιο.
- Σταμάτα εδώ!
Κοντοστάθηκε στο μέρος που ήταν και περίμενε. Αμέσως μετά άναψε από πάνω του ένα φως και το πρόσωπό του βρέθηκε μπροστά σε έναν καθρέφτη. Παρατήρησε το πρόσωπο που έβλεπε, ήταν γεμάτο ουλές και αίματα. Πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του ψηλαφώντας τις ουλές και τα ράμματα. Άρχισε να κλαίει.
- Τι γίνεται εδώ, τι μου συμβαίνει; Γιατί παίζεις μαζί μου τι σου έχω κάνει.
- Δε συμβαίνει τίποτα, ζήτησες να δεις ποιος είσαι και σου έδειξα. Δε φημίζομαι εξάλλου ότι παίζω παιχνίδια. Ακόμα δε κατέβασε τίποτα το κεφαλάκι σου; Κρίμα!
- Τι να θυμηθώ; Ένα κομμάτι κρέας βλέπω μπροστά μου.
- Πλύνε τα μούτρα σου, τον διάταξε.
Έπλυνε τα μούτρα του και τα ξεραμένα αίματα άρχισαν να διαλύονται και να φεύγουν σε υγρή μορφή προς το σιφόνι. Μπροστά στον καθρέφτη τώρα το πρόσωπο άρχισε να παίρνει μια πιο ανθρώπινη μορφή.
- Ακόμα τίποτα δε μπορείς να θυμηθείς;
- Όχι. Υποσχέθηκες πως θα μου δώσεις απαντήσεις. Ποιος είμαι; Γιατί έχω ουλές; Εσύ τις έκανες;
- Για ηρέμισε λίγο! Όσον αφορά το ποιος είσαι, το μόνο που μπορώ να πω είναι πως εσύ μπορεί να είσαι εσύ ή εγώ ή και τίποτα από τα δύο. Μένει σε σένα να το ανακαλύψεις. Όσο για τις ουλές εγώ στης έκανα.
- Μα γιατί, τι σου έκανα; Πως μπόρεσες να το κάνεις αυτό;
- Αααα. Ότι μπόρεσες να καταλάβεις αγοράκι. Τώρα αφού ξεκίνησες την αναζήτησή σου πρέπει να συνεχίσεις και να την τελειώσεις.
Το φως πάνω από τον καθρέφτη έκλεισε ξαφνικά και φωτίστηκε μια πόρτα στα δεξιά του από το πουθενά. Προχώρησε προς τη πόρτα, αυτή την φορά ακόμα πιο διστακτικά. Τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του ερχόντουσαν σε επαφή με τις πληγές του και τον  έτσουζαν. Αποφάσισε να μη μιλήσει όμως, το ενδιαφέρον του είχε χαθεί και ένιωθε όλο και πιο πολύ μια βαθιά θλίψη. Όταν πέρασε την πόρτα η φωνή από το μεγάφωνο τον πρόσταξε να σταματήσει. Πάλι ήρθε αντιμέτωπος με ένα σκοτεινό δωμάτιο.
- Υπομονή τώρα, έφτασε η  στιγμή της αλήθειας και της επιλογής που θα κληθείς να πάρεις.
Τα φώτα της οροφής άναψαν σταδιακά φωτίζοντας το δωμάτιο. Διάσπαρτες φωτογραφίες δημιουργούσαν έναν δαιδαλώδεις διάδρομο που σχημάτιζε λαβύρινθο. Προχώρησε προς το ξεκίνημα του διαδρόμου και παρατήρησε την πρώτη φωτογραφία. Το πρόσωπο στη φωτογραφία του φάνηκε άγνωστο μα και τόσο οικείο. Ήταν λες και έβλεπε μπροστά ένα κομμάτι του εαυτού του, πολύ παλιό για να μπορέσει να αναγνωρίσει.
- Εδώ είμαι εγώ; ρώτησε την φωνή στο μεγάφωνο.
- Σαΐνι είσαι βλέπω. Σε όλες είναι η αφεντιά σου. Η κάθε μία δείχνει μια πτυχή του εαυτού σου και τα κατορθώματά σου φυσικά. Δες τες όλες  προσεκτικά, στο τέλος θα κληθείς να πάρεις μια σημαντική απόφαση.
- Μα δε γίνεται να είμαι εγώ εδώ, δε μοιάζω καν με αυτόν στην φωτογραφία.
Δε πήρε καμιά απάντηση και έτσι ξεκίνησε να προχωράει στον διάδρομο. Παρατηρούσε τις φωτογραφίες, οι οποίες σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται όλο και πιο βίαιες και αποτρόπαιες, πάντα με το ίδιο άτομο πρωταγωνιστή. Το θέαμα που έβλεπε στις φωτογραφίες του προκαλούσε εμετό, όμως προσπάθησε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Όταν έφτασε στην τελευταία φωτογραφία είδε το φονικό ενός άντρα που έμοιαζε σ ‘αυτόν. Μα πως ήταν δυνατόν.
- Μα δε καταλαβαίνω πως γίνεται αυτό.
- Αυτό αλαζονικό πρεζάκι γίνεται γιατί η τιμωρία σου που σκότωσες αυτόν τον συγκεκριμένο είναι να φοράς τα μούτρα του για πάντα! Παρόλα αυτά όμως θα σου δώσω δύο επιλογές, κοίταξε να διαλέξεις σοφά.
Τα φώτα ξανάσβησαν πάλι και το δωμάτιο καλύφθηκε στο σκοτάδι. Δίπλα του φωτίστηκε ένα τραπεζάκι και λίγο πιο κάτω μισάνοιξε μια πόρτα. Πάνω στο τραπεζάκι βρισκόταν ένα πιστόλι.
- Λοιπόν η μία επιλογή είναι εμφανής, να δώσεις ένα τέλος στον ποταπό εαυτό σου. Η άλλη είναι να περάσεις την πόρτα και να ζήσεις με αυτό το πρόσωπο και τις τύψεις για πάντα.
Χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, με μία όμως μεγάλη διστακτικότητα, παραμέρισε το τραπεζάκι και προχώρησε προς την πόρτα.
- Να ξέρεις πως αυτή σου η επιλογή θα έχει και το ανάλογο αντίτιμο.
- Που είναι;
- Θα το μάθεις όταν θα περάσεις την πόρτα.
Πέρασε την πόρτα. Μπροστά του εμφανίστηκε ένας ανθρώπινος ογκόλιθος που τον έπιασε απ' τον λαιμό και τον ανύψωσε με τεράστια ευκολία.
- Το αντίτιμο παλιοκερατά... η πίεση που ασκούσε στο λαιμό ήταν τέτοια που με το ζόρι έβγαινε η φωνή του. Αναγνώρισε όμως την φωνή, ήταν η φωνή του μεγάφωνου.
- ...είναι να ψοφήσεις εδώ και τώρα.
Με μια κίνηση κατάφερε να σπάσει τον λαιμό του. Τον πέταξε σαν αρνί μέσα στο ίδιο δωμάτιο από όπου είχε βγει. Έφτυσε το πτώμα λέγοντας, «Γουρούνι, δεν αξίζει να φοράς τα μούτρα του αδερφού μου», έκλεισε την πόρτα με δύναμη και έφυγε ικανοποιημένος.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις