Σεισμός σε δύο πράξεις

Πράξη 1η 

   Σήμερα σηκώθηκα από το κρεβάτι με μεγάλη ευχαρίστηση. Με το που άνοιξα τα μάτια μου αντίκρισα τον ήλιο που φώτιζε το δωμάτιο. Πλησίασα το παράθυρο και χάζεψα τον κόσμο που προχώραγε χαρούμενος στο πάρκο απέναντι. Ήθελα να βγω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα έξω. Πήγα στο μπάνιο και καθώς πλενόμουν ένιωσα ένα ανεπαίσθητο κούνημα, δε του έδωσα και πολύ σημασία, και συνέχισα να βουρτσίζω τα δόντια μου. Μετά από λίγο το κούνημα έγινε πιο δυνατό και συνεχές, κάνοντας τα πράγματα να πέσουν από το ράφι. Πανικοβλήθηκα και αμέσως μου ήρθαν στο μυαλό οι οδηγίες που μας μάθαιναν στο σχολείο. Πήγα κατευθείαν κάτω από την καμάρα της πόρτας του μπάνιου. Το κούνημα δεν έλεγε να σταματήσει. Απεναντίας γινόταν όλο και πιο δυνατό. Η καρδιά μου χτύπαγε ακανόνιστα, προσπάθησα να τρέξω προς την έξοδο. Τα φώτα κουνιόντουσαν σαν τρελά, σοβάδες έπεφταν στο πάτωμα και άκουγα στο βάθος τον ήχο από σπάσιμο ποτηριών και πιάτων. Καθώς έφτανα προς την έξοδο του σπιτιού ένιωσα όλο το σπίτι να δονείται και να τρίζει. Η αίσθηση αυτή με ακινητοποίησε, λίγο πριν την εξώπορτα. Εκείνα τα δευτερόλεπτα ένα μεγάλο κομμάτι σοβά έπεσε στο κεφάλι μου σωριάζοντας με στο πάτωμα.


Πράξη 2η

  Σήμερα είχε καλή μέρα και έτσι θέλησε να πάει να διαβάσει τη εφημερίδα του στο πάρκο. Έκανε την γνώστη του βόλτα προς τα’ κει έτσι ώστε να περάσει από τον αγαπημένο του πάγκο με τους ξηρούς καρπούς. Αφού αγόρασε το σακουλάκι με τους ηλιόσπορους πήγε και κάθισε στο αγαπημένο του παγκάκι. Πάντα ήθελε καθώς διαβάζει να ρίχνει εκείνης κλέφτες ματιές. Η μονοκατοικία που έμενε ήταν ακριβώς απέναντι. Κάθισε στο παγκάκι και άρχισε να διαβάζει την εφημερίδα του. Κάποια στιγμή κοίταξε προς το σπίτι και την είδε στο παράθυρο να κοιτάει προς το πάρκο. Για μια στιγμή νόμισε πως τα βλέμματά τους αντάμωσαν. Το πρώτο κούνημα σχεδόν πέρασε απαρατήρητο απ’ όλους. Ακόμα και αυτός που ήταν υπερευαίσθητος δε το ένιωσε.  Συνέχισε να διαβάζει ως το δεύτερο, πιο δυνατό, κούνημα που τον έκανε να αναπηδήσει από την θέση του. Ο κόσμος γύρω του άρχισε να ουρλιάζει και να τρέχει πανικόβλητος. Εκείνου η έγνοια όμως ήταν στο απέναντι σπίτι και σε’ κείνη. Όταν άρχισε το κούνημα να γίνεται τράνταγμα και να σείεται ο τόπος, ανησύχησε που δε την είδε έξω. Έτρεξε αμέσως προς το σπίτι της και με μια κλοτσιά άνοιξε την πόρτα. Την είδε εκεί σωριασμένη στο πάτωμα. Την σήκωσε και την έβγαλε έξω.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις